Στέκεται απέναντί μου…

… ντυμένος με μια απλή, καλοκαιρινή, χρωματιστή βερμούδα… γυμνός από τη μέση και πάνω… επίτηδες, σίγουρα επίτηδες, για να χαζεύω τους γυμνασμένους μυς του. Αν υπήρχε ένα τηλεκοντρόλ που θα ρύθμιζε τις ζωές μας θα έβαζε στο αθόρυβο το δωμάτιό μας και θ’ ανέβαζε την ένταση έξω από το σπίτι, στο τμήμα εκείνο της πόλης που ζωντανεύει κυρίως το βράδυ… επίτηδες, σίγουρα επίτηδες, για ν’ ακούγεται μόνο η αμυδρή ηχώ της ανάσας του και οι χτύποι της καρδιάς του. Βγάζοντας προς τα έξω μια βαθιά αναπνοή και ρίχνοντας την προς το μέρος του, παρατηρώ μια τρίχα να τρεμοπαίζει στο λαιμό του… Τα μάτια του είναι μεγάλα και λαμπερά… Το χαμόγελό του, διστακτικό… μετρημένο… συγκινητικά ρομαντικό… Το ήρεμο βλέμμα του δεν μπορεί να επιβιώσει αν συγκριθεί με την απειλή του δικού μου βλέμματος…

«Κάνε την πρώτη κίνηση… κι εγώ θα σε καθοδηγώ…», του λέω… με μια χροιά φωνής βραχνή και βαθιά…

Μαζεύω τα χέρια μου πίσω από την πλάτη μου και πλέκω μεταξύ τους τα δάχτυλά μου. Καθώς σκύβει, μια τούφα από τα μαλλιά του πέφτει μπροστά στο πρόσωπό του. Το ένστικτό μου με συμβουλεύει ν’ απλώσω το χέρι και να την βουρτσίσω προς τα πίσω, αλλά δεν το κάνω. Όσο περισσότερο με πλησιάζει… όσο περισσότερο με προσεγγίζει η αύρα του… τρέμω. Μπορεί να με εκτελέσει, μπορεί να μου στερήσει το δικαίωμα να ζω ακόμα κι αν ακουμπήσει τη γλώσσα του πάνω στα χείλια μου…

Δένει με μια γραβάτα τα χέρια μου.

Αυτός καθορίζει τους όρους του παιχνιδιού. Δεν χρειάζεται να τον καθοδηγήσω τελικά. Τα μακριά, λεπτά δάχτυλά του γλιστρούν στα μάγουλά μου, στο πηγούνι μου και κάτω από το λαιμό μου… τρυφερά, αισθησιακά, επικίνδυνα… Μετά, χαϊδεύει το κεφάλι μου, το πρόσωπό μου, το λαιμό μου… Τρέχει τα δάχτυλά του ανάμεσα στα μαλλιά μου, τα χτενίζει, τα ξεχτενίζει, τα τραβάει… δυνατά…

Επειδή μπορώ ν’ αντέξω τα πάντα, μειώνω τις αντιστάσεις μου…

«Πες το…», μου λέει…

«Ποιο; Τι;», ρωτώ…

«… πως είσαι δικός μου», απαντά…

«Είμαι δικός σου…», ψιθυρίζω γενναία, κοιτώντας τον στα μάτια, χωρίς να μασώ τις λέξεις μου… «… για να με κάνεις ό, τι θέλεις…», συμπληρώνω… κι αμέσως μετά το στόμα μου στεγνώνει…

Παίρνει μια άλλη γραβάτα, μαύρη… Σκεπάζει τα μάτια μου και τη δένει στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου… Όλα γύρω μου σκοτεινιάζουν, αλλά δεν με νοιάζει. Ξέρω ότι θα δοθώ σ’ έναν άντρα που γνωρίζω καλά… πολύ καλά μάλιστα…

Advertisements