… Κι ύστερα από τόσες ημέρες κολασμένης ζέστης…
… μια καταιγίδα με ξυπνά. Με το που ανοίγω τα μάτια μου, βλέπω τη λάμψη μιας αστραπής από τις μισάνοιχτες περσίδες της μπαλκονόπορτας. Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου ακούγεται ο θόρυβος μιας βροντής, όπως ακριβώς όταν συγκρούονται βράχοι μεταξύ τους. Η καρδιά μου χτυπάει ψηλά, στο ύψος του λαιμού μου… Σηκώνομαι από το κρεβάτι και πηγαίνω να δω αν έχει ξυπνήσει ο Λουκάς. Καιρικά φαινόμενα αυτής της έντασης συνήθως τον φοβίζουν. Ανοίγω τη συρόμενη πόρτα ακριβώς τη στιγμή που μια αστραπή σχίζει στα δυο τον ουρανό. Στην παύση μεταξύ αστραπής και βροντής, διαπιστώνω ότι κοιμάται του καλού καιρού… Ο ήχος της βροχής δεν αργεί ν’ ακουστεί… Επιστρέφω στο υπνοδωμάτιο.
Η μυρωδιά της βροχής κι αυτή των κορμιών μας καταφτάνει καμαρωτή – καμαρωτή στα ρουθούνια μου. Ο αγαπημένος σύντροφος μου κοιμάται κι αυτός, βαθιά, παρά την οργή των Θεών που μάχονται στις κορυφές του Ολύμπου. Απλώνω το χέρι μου κι αφήνω τα δάχτυλα μου να διασχίσουν την πλάτη του όπως ακριβώς ένα αεροπλάνο τον αεροδιάδρομο. Αγγίζω την επιδερμίδα του με την παλάμη μου επίπεδη και ανοιχτή να άπτεται πάνω της. Ανακατεύει με τα πόδια του τα σκευάσματα, όμως εγώ δεν σταματώ… Κάποιοι σκόρπιοι αναστεναγμοί που βγαίνουν από το στόμα μου χάνονται στο θόρυβο, στη βοή της καταιγίδας, ενώ το πρόσωπο του φωτίζεται από τις λάμψεις της. Τυλίγω τα χέρια μου γύρω από το κορμί του και κουρνιάζω στην αγκαλιά του.
Τα δόντια μου, κυρίως η γλώσσα μου, εργάζονται στην περιοχή των αυτιών του, του λαιμού του, στη γραμμή του σαγονιού του και ιδιαιτέρως γύρω και πάνω στα χείλη του. Με την άκρη της γλώσσας μου διασχίζω μονοπάτια του κορμιού του που τα έχω διαβεί εκατοντάδες, χιλιάδες φορές. Πιπιλίζω τους λοβούς των αυτιών του και κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ για ν’ ανταγωνιστώ τον ήχο της καταιγίδας με τον ήχο των φιλιών μου στο σκοτάδι. Λίγα μόνο φιλιά είναι ικανά να ξεσηκώσουν το κορμί του και το μυαλό του. Μπορώ να αισθανθώ την καρδιά του να χτυπάει δυνατά… πολύ δυνατά…
Τον θέλω…
… Θέλω μια σαρκική επαφή μαζί του… Το φυσικό ένστικτο μου ξεσηκώνει αυτό το θέλω. Προσδοκώ το βρυχηθμό του όπως ακριβώς η βροντή την αστραπή, επειδή δίχως αυτή δεν μπορεί ν’ ακουστεί…
Ναι, τον θέλω…
Κινούμαι αποφασιστικά πάνω στο κορμί του, πιέζοντας το με το δικό μου. Τα χείλη μου αγκαλιάζουν τρυφερά τις ρόγες του. Απειλώ να τις κόψω με τα μπροστινά μου δόντια. Είναι τόσο ευαίσθητες! Επιτούτου τις έκανε τόσο ευαίσθητες ο Θεός. Ψιθυρίζω το όνομα του ξανά και ξανά. Πιάνω τον εαυτό μου να ικετεύει κάτι σε μια στιγμή αδυναμίας. Καθώς σπαρταρώ πάνω του, μπορώ να αισθανθώ το κορμί μου να ιδρώνει, όχι από τη ζέστη, αλλά εξαιτίας του ερωτικού πυρετού.
Μήπως η γκρίνια μου καταφέρει να τον ξυπνήσει;
Τα δάχτυλα μου, χώμενα μέσα στα μαλλιά του κρυπτογραφούν και γρατσουνίζουν το κεφάλι του. Το όνομα του βρίσκεται πάλι στα χείλη μου… Πάλι… Πάλι… Νομίζω ότι επαιτώ ξανά… Επαιτώ να ξυπνήσει και να μου χαρίσει μια μικρή ευχαρίστηση. Ένα μέρος του εαυτού μου πεισμώνει. Δεν μπορώ να σταματήσω να τρίβομαι στο κορμί του, να λικνίζομαι, να προχωρώ σε κινήσεις σπασμωδικές, κινήσεις απελπισίας… Κλείνω τα μάτια μου και δεν βλέπω τίποτα άλλο παρά μόνο λάμψεις φωτός. Από το μισάνοιχτο στόμα μου ρέει σάλιο, σαν χυμός ώριμου ροδάκινου που τρώμε συνήθως το καλοκαίρι. Τα λεπτά που κυλούν μειώνουν την αποφασιστικότητα μου… την αγωνιστικότητά μου. Δεν αξίζει να συνεχίσω να προσπαθώ…
… ή μήπως αξίζει;

Advertisements