Μπορώ να μυρίσω ακόμα τη μυρωδιά σου στο σεντόνι

… τη μυρωδιά των χυμών σου που διέρρευσαν από το κορμί σου

κι αυτή των λεκέδων από τη μερέντα όταν σε γύρισα μπρούμητα

… όταν χώθηκα ορμητικά μέσα σου

σχεδόν χωρίζοντας σε στα δύο

Μπορώ να δω ακόμα τα σάλια σου στα δάχτυλά μου

που τα κρατούσες σφικτά ανάμεσα στα χείλια σου

ενώ εγώ κάλυπτα το στόμα σου

αρχικά για να μη φωνάξεις

αργότερα, επίτηδες, για να σε κάνω να τα γλείψεις

… να τα φιλήσεις, να τα πιπιλίσεις…

Μπορώ να μυρίσω ακόμα τα δάχτυλά μου

εκείνα τα δάχτυλα που προχώρησαν βαθιά

που ταξίδεψαν βαθιά μέσα σου

Μπορώ να σε γευτώ ακόμα στο στόμα μου

από τη στιγμή που έβγαλα τη γλώσσα μου και την έσυρα πάνω σου

δοκιμάζοντας τη σάρκα σου

(και δεν είναι σαν τη γεύση του καφέ που αν βάλεις στο στόμα μια καραμέλα μέντα, τη ξεχνάς)

Τα ρούχα που βγάλαμε είναι ακόμα πεταμένα στο πάτωμα

τσαλακωμένα, μολυσμένα…

Μα και τα σεντόνια δεν είναι πια λευκά όπως ήταν χθες

αλλά γδαρμένα και σκισμένα σε κρόσσια

αφού αυτά με βοήθησαν να σε δέσω σφιχτά για να σας κρατήσει στο έλεος μου

(όχι ότι τα χρειαζόμουν πραγματικά – αλλά είναι πιο ερεθιστική η εικόνα σου ως δεσμευμένου)

Μπορώ ν’ ακούσω ακόμα τον ήχο της φωνής σου

Τους ψιθύρους σου, τα ουρλιαχτά σου, τους λαρυγγισμούς σου

τις ικεσίες σου για περισσότερα

ή λιγότερα

ασθμαίνοντας

με πνιγμένη αναπνοή

Έξω έχει πια ξημερώσει

Ακούγονται τα πρώτα μουρμουρίσματα της κυκλοφορίας

και οι φωνές των ανθρώπων που πηγαίνουν στη δουλειά

Τα σκυλιά γαβγίζουν…

… κι εγώ…

(Τι περίεργο, αντί να περιμένω στη στάση το λεωφορείο)

βρίσκομαι ακόμα στο πλάι σου…

Ή τουλάχιστον ό, τι έχει απομείνει από μένα…

Advertisements