«Μ’ αρέσει να σε γαμάω…», μου λέει…

«Πως τα λες… πως τα λες…», του λέω… χαμογελώντας…

«Όχι, σοβαρά… Μ’ αρέσει να βρίσκομαι μέσα σου… να νιώθω όσα νιώθεις κι εσύ… να…», μου λέει…

«Το ξέρω… αλλά…», του λέω…

«Αλλά… τι;», με ρωτάει…

«Μήπως ήρθε η ώρα να σηκωθούμε από το κρεβάτι; Έχω κι ένα γραφείο που με περιμένει να πάω, ξέρεις…», του απαντώ…

Και των δυο μας τα κορμιά τα καλύπτει ιδρώτας. Αυτή η υγρή, καλοκαιρινή ζέστη έχει έρθει για να μείνει για τα καλά. Τα σεντόνια έχουν κολλήσει πάνω μας…

«… και να τελειώσει τόσο άδοξα όλο αυτό που ξεκινήσαμε;», με ρωτάει…

«Α! Μην ανησυχείς! Με το που θα επιστρέψω, θα το επαναλάβουμε…», προτείνω…

Καθώς ανασηκώνομαι, το σεντόνι ξεκολλάει αργά από το ιδρωμένο κορμί μου. Θυμίζω φίδι που αλλάζει το δέρμα του…

«Ναι, καλά…», μου λέει, με παράπονο…

«Σ’ αγαπώ και μ’ αγαπάς… κι είναι το πιο σημαντικό αυτή τη στιγμή…», του λέω… «Τι θες; Θες να μη πάω στη δουλειά; Καλώς! Να μη πάω…»

Αγγίζω τον πούτσο του, θέλοντας να τον αναστήσω για μια ακόμη φορά…

Προσπαθώ, προσπαθώ… ν’ αγνοήσω τους δείκτες του ρολογιού που τρέχουν κυκλικά αλλάζοντας τα δευτερόλεπτα σε λεπτά και τα λεπτά σε ώρες… Τυλίγω τα χέρια μου γύρω από το λαιμό του, σηκώνομαι και αμέσως κάθομαι, απρόσκλητος, πάνω στον πούτσο του πιέζοντας με κάθε κιλό του βάρους μου.

Βογκώντας, και σφίγγοντας τα χείλια μου περιμένω να αισθανθώ όσα αισθάνομαι όταν εκρήγνυται μέσα μου…

«Μου αρέσει να με γαμάς…», του λέω… σκουπίζοντας τον ιδρώτα από το μέτωπό μου, ο οποίος κυλάει στα μάγουλά μου σαν να είναι δάκρυα… Ανεβοκατεβαίνω ασταμάτητα πάνω στον πούτσο του με μια αξιοθαύμαστη ματαιοδοξία και αδιαφορία για τη σίγουρη καθυστερημένη προσέλευση στη δουλειά. Ουρλιάζω χωρίς να θέλω να εκφράσω κάτι συγκεκριμένο. Λαχανιάζοντας, συνειδητοποιώ ότι όλα γύρω μου τρέμουν… ακόμα και οι τοίχοι… Αναρωτιέμαι αν γίνεται σεισμός… Η άσεμνη γεωμετρικά τοποθέτηση του κορμιού μου πάνω στο δικό του δεν μου επιτρέπει να κάνω την παραμικρή στάση… Κι όμως όλα γύρω μου μετατοπίζονται…

«Κάνει σεισμό;», τον ρωτάω…

Η δόνηση κλιμακώνεται. Θαρρώ πως το επίκεντρο βρίσκεται κάτω από το κρεβάτι μας… Με το ζόρι καταφέρνω να κρατήσω τα μάτια μου ανοιχτά… ο ιδρώτας που στάζει μέσα τους τα τσούζει… Ακριβά ή όχι πληρώνω ένα αντίτιμο που θα μπορούσε να περιμένει να το αποδώσω επιστρέφοντας από τη δουλειά…

Χωρίς να βγάζω τον παραμικρό ήχο, περιμένω την κορύφωσή του… Χαμηλώνοντας το βλέμμα μου μπορώ να δω με κάθε λεπτομέρεια τη διείσδυση του πούτσου του μέσα μου. Παγώνω το χρόνο… Μια σταγόνα αλμυρού ιδρώτα στάζει από το πηγούνι μου πάνω στην αριστερή ερεθισμένη, διογκωμένη ρόγα του στήθους του. Σκύβω και τη γλείφω. Είναι όντως αλμυρή η γεύση της… αλμυρή, αρρενωπή, τέλεια. Νιώθω το βάρος των αρχιδιών του έτσι όπως είναι γεμάτα σπέρμα που προορίζεται για μένα… μόνο για μένα…

Είναι θέλημα Θεού να μη μπορώ να τηρήσω το ωράριό μου…

Στο άκουσμα του γρυλίσματός του… και καθώς ο ιδρώτας κυλάει πάνω μου σαν ορμητικό ποτάμι, βλέπω το μέτωπό του αρχικά και στη συνέχεια το υπόλοιπο πρόσωπό του να κοκκινίζει. Με ικανοποιεί το θέαμα…

«Μη σταματάς…», του λέω…

Χαμογελάει…

«Δεν μπορείς να σταματήσεις», του λέω…

Σπρώχνω το κορμί του προς τα κάτω και τεντώνομαι σαν περήφανο παγόνι… Ενάντια σε όλα τα προγνωστικά, η κορύφωσή του είναι το ίδιο αποτελεσματική με πριν… Κοιτώ ξανά το ρολόι. Τα λεπτά κυλούν ασταμάτητα… Δεν είμαι σε θέση να σκεφτώ τις όποιες επιπτώσεις. Δεν είμαι σε θέση να ολοκληρώσω την οποιαδήποτε συνειδητή σκέψη. Σκύβω και τον φιλώ, προσπαθώντας να γλιστρήσω τη γλώσσα μου στο στόμα του… Καθώς τον φιλώ, τον κοιτώ στα μάτια κι αναστενάζοντας αφήνω τον πούτσο του να γλιστρήσει έξω από το κορμί μου…

«Δεν χάλασε ο κόσμος αν αργήσεις μια μέρα…», μου λέει…

«Μακάρι να ήταν μόνο μια μέρα», του λέω…

Χαμογελάει…

Advertisements