«Σε παρακαλώ…»

Η φωνή του, βραχνή και απαλή ταυτόχρονα δεν απέχει πολύ από το ν’ ακουστεί ως ψίθυρος…

Γέρνω το κεφάλι μου πάνω από το δικό του…

Λέω ένα παρακινδυνευμένο «Χμμ». Απαντώ ενστικτωδώς, κρύβοντας τα σχέδιά μου και διατηρώντας ίσα – ίσα τον αυτοέλεγχό μου. Δεν συνηθίζω να μπλοφάρω, όμως τη συγκεκριμένη στιγμή δεν θέλω να γνωρίζει αυτό που σκέφτομαι. Απλά τον ενθαρρύνω με το βλέμμα μου να με παρακαλέσει ξανά…

«Λίγο πιο μέσα… Σε παρακαλώ»

Μου λέει.

Ακινητοποιώ τα δάχτυλά μου πάνω στο δέρμα του, στο σημείο εκείνο που το φωτίζουν οι ακτίνες του ήλιου χαρίζοντάς του μια διακριτική ζεστασιά. Τον κοιτώ στα μάτια. Ένα μικρό χαμόγελο πλαταίνει τα χείλια μου και μικραίνει τα μάτια μου. Τι τέρας που είμαι! Μετά από ένα τρίλεπτο ανάπαυσης, τα δάχτυλά μου κυκλοφορούν και πάλι αγγίζοντας μ’ ένα ρυθμό κοφτό, σικάτο… έναν ρυθμό που ορίζει ο νοητός χτύπος ενός τυμπάνου με τη συνοδεία ενός ξύλινου πνευστού οργάνου…

Γέρνω και γλείφω τα χείλη του. Τα βρέχω αδιάκριτα με την άκρη της γλώσσας μου ίσα – ίσα για να μπορεί να γλιστράει πάνω τους. Από την απόσταση που βρίσκομαι αρέσκομαι να αιχμαλωτίζω το βλέμμα του. Ποτέ άλλοτε δεν είχα καρφώσει για τόσο πολύ χρόνο τα μάτια μου στα μάτια του. Παίρνω μια ανάσα… κι άλλη μια… κι άλλη μια, χωρίς ν’ απομακρύνω το βλέμμα μου…

«Αυτό δεν είναι δίκαιο, ξέρεις»

Μου λέει…

Κι αμέσως μετά την πρότασή του ακολουθεί ένα διάστημα σιωπής. Ψάχνω να βρω μια καλή απάντηση. Κάτι που θα το ακούσει και θα του αρέσει…

«Και τι θα ήταν δίκαιο δηλαδή;»

Ρωτώ…

Φουσκώνω από περηφάνεια… ικανοποιημένος… επειδή η απάντησή μου είναι μια ερώτηση…

Εισπνέει την ερώτησή μου και το βλέμμα του φουντώνει… Δείχνει θυμωμένος. Δείχνει να θέλει να με χτυπήσει. Όχι στο πρόσωπο, αλλά στον ώμο ή στο μπράτσο. Δείχνει να θέλει να εκφράσει την αγανάκτησή του αφήνοντας ένα μικρό σημάδι σωματικής βλάβης…

«Δεν είναι δίκαιο να σου ζητώ να μπεις πιο βαθιά, από τη στιγμή που γνωρίζεις ότι λειτουργεί καλύτερα, κι εσύ ν’ αδιαφορείς…»

Μου λέει…

«Σημασία έχει η ενέργεια, όχι το αποτέλεσμα»

Λέω… Και κρύβω ένα χαμόγελο που πάει να εμφανιστεί αβίαστα στο πρόσωπό μου. Η σοβαρότητα λάμπει δια της απουσίας της από πάνω μου…

«Ξέρεις τι εννοώ»

Μου λέει…

«Ξέρω…»

Του λέω.

Η παλάμη μου χτενίζει το λείο δέρμα του. Για μια στιγμή αισθάνομαι την ανάγκη να υπακούσω, να παρασυρθώ, να υποχωρήσω, να του δώσω ό,τι ακριβώς θέλει. Αμέσως όμως αποφασίζω να το καθυστερήσω όσο μπορώ. Δεν σταματώ να κοιτώ τα μάτια του, το χρώμα τους που μου φαίνεται τόσο ασυνήθιστο… ένα χρώμα λασπωμένο καστανό που αναμειγνύεται με πολύχρωμες ίριδες. Νιώθω να στροβιλίζομαι κοιτώντας τον. Νιώθω να υπνωτίζομαι. Ίσως να συμβαίνει αυτό: Να με υπνωτίζει άθελά μου. Νιώθω να βυθίζομαι σ’ ένα βάλτο. Δεν έχω ιδέα για το πώς θα καταφέρω να βγω…

Παραμένω στα ρηχά του κορμιού του για λίγο χρονικό διάστημα ακόμα. Μπορώ ν’ ακούσω το γουργουρητό στο στομάχι του όλα αυτά τα λεπτά της ώρας που κυλούν μέχρι που, τελικά, αποφασίζω ν’ ασκήσω την απαραίτητη πίεση και να χωθώ πιο βαθιά μέσα στο κορμί του… δίχως δεύτερη σκέψη. Τότε μόνο εμφανίζεται ένα χαμόγελο στο πρόσωπό του. Γέρνοντας ξανά για να τον φιλήσω, στα μισά του δρόμου, ανοίγω το στόμα μου και του δίνω ένα μη αναμενόμενο, ξαφνικά δάγκωμα στα χείλια…

«Σε παρακαλώ…»

Μου λέει.

«Όχι άλλα παρακάλια…»

Του λέω…

Advertisements