… περίμενε υπομονετικά να σταματήσω να μιλώ. Με είχε πιάσει ξανά η επαναλαμβανόμενη συνήθειά μου για λογοδιάρροια… Έλεγα, έλεγα… ξεσηκώνοντας μια σειρά από αδυσώπητα χασμουρητά που έβγαιναν ενστικτωδώς από το στόμα του… Η σιωπή ήταν έτοιμη ν’ αυτοκτονήσει κοιτάζοντας κατάματα την αδιαφορία μου… Αν είχα προνοήσει, εκείνη τη στιγμή μόνο, να τον κοιτάξω, θα είχα προβλέψει, θα ήξερα τι θα γινόταν στη συνέχεια… Όταν μιλώ, πρέπει αυτός να κάνει την υπέρβαση, να κάνει ένα άλμα, για να με σταματήσει. Υπήρχε μια λάμψη στα μάτια του, μια αναστάτωση, την οποία δεν έπρεπε με τίποτα να αγνοήσω…

«Τι σ’ έπιασε;», με ρώτησε κάνοντας δυναμική εμφάνιση…

«Τι;», ρώτησα αμήχανα…

«Μπορείς να σταματήσεις να μιλάς… για λίγο… έστω για λίγο;», με ρώτησε…

«Έτσι…; Χωρίς λόγο; Ν’ αγνοήσουμε δηλαδή όσα συμβαίνουν γύρω μας;», ρώτησα…

«Ξέρεις, ο πούτσος μου νιώθει φοβερή μοναξιά και ψάχνει για παρέα…», μου είπε… χαμογελώντας…

Είτε με χαμόγελο, είτε χωρίς… πέτυχε αυτό που ήθελε. Η φιλευσπλαχνία μου χτύπησε κόκκινο στο άκουσμα της λέξης «μοναξιά». Σταμάτησα λοιπόν να μιλώ κι από εκεί που το στόμα μου το γέμιζε ο λόγος, βρέθηκα να φιλοξενώ το μήκος και το πλάτος του πούτσου του… Η γλώσσα μου, ήξερα να περιποιείται τη βελούδινη επιδερμίδα του, ενώ η μύτη μου, ακουμπισμένη ψηλά στο εφηβαίο του μπορούσε να νιώσει τους παλμούς της καρδιάς του τη στιγμή μάλιστα που το κεφάλι μου δεχόταν το αποτέλεσμα της σίγασης του ρυθμού της ανάσας του…

Με επιστημονική ακρίβεια, οδήγησε βαθιά μέσα μου όλο το μήκος του πούτσου του επιδεικνύοντας ένα επίμονο, παιδιάστικο πείσμα να χωρέσει κάτι τόσο τεράστιο σ’ ένα περιορισμένο έτσι κι αλλιώς χώρο… Δεν έχουν όλοι την πολυτέλεια του συναισθήματος να νιώθουν έναν πούτσο να βυθίζεται, ενώ την ίδια στιγμή τα δάχτυλα σημαδεύουν αδιαμαρτύρητα τη σάρκα και τα μάτια κοιτούν επίμονα μ’ εκείνο το γνωστό βλέμμα – μείγμα θαυμασμού και λατρείας… μη μπορώντας να κρύψουν την επίκτητη ανάγκη τους να απολαύσουν όσα ένα ζευγάρι οφείλει να απολαμβάνει…

Κι όσο τίναζε τον πούτσο του, άλλο τόσο εγώ γευόμουν το σπέρμα του.

Κι όσο τον έβλεπα να μεγαλώνει, αντί να συρρικνώνεται, η καρδιά μου, λειτουργώντας ως η απόλυτη μηχανική αντλία, οδηγούσε περισσότερο από ποτέ αίμα στις φλέβες μου, διογκώνοντάς τις ενώ και τα σάλια έσταζαν έξω από τα μισάνοιχτα χείλια μου… Κάθε γενναιόδωρος αναστεναγμός έκανε να μάτια μου να λαμποκοπούν…

Μη χάνοντας καθόλου το ρυθμό μου, έβαζα τον εγκέφαλό μου σε μια διαδικασία να εγκρίνει κάθε περιστασιακή απόλαυση. Απορροφημένος από το έργο μου, δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο, από το να γλείφω κάθε λεπτομέρεια του πούτσου του και να καταπίνω τα υγρά του.

Το βλέμμα μου είχε πλέον κλειδωθεί με το δικό του…

… είχε αιχμαλωτιστεί, όπως ακριβώς και το δικό του…

Είναι όμορφο να βλέπεις στα μάτια του άλλου την αντανάκλαση σου…

Advertisements