Το κύμα μας ξεπροβοδίζει… ήρεμο, τόσο ήρεμο όπως είναι τα περισσότερα βράδια του καλοκαιριού… Ακούω τον ήχο του νερού στα κοχύλια… στη προκυμαία… δεν μετανιώνω που ήρθα με το μωρό μου στην Ύδρα, έστω και για λίγες ώρες…

Ήρθαμε στο νησί μετά το τέλος της παρέλασης… Είχα κλείσει εισιτήρια από χθες γνωρίζοντας πως ο καιρός θα είναι τέλειος. Ήπιαμε χυμό στο λιμάνι και μετά πήγαμε στο σπίτι… άνοιξα όλα τα παράθυρα επιτρέποντας τον αέρα να κυκλοφορήσει για πρώτη φορά μετά τον Αύγουστο της προηγούμενης χρονιάς. Οι σκιές πετούν μέσα στα δωμάτια, σκιές από το παιχνίδι του φωτός των ακτινών του ήλιου και των κλαδιών των δέντρων. Σκιές που γλιστρούν στα ξύλινα πατώματα, που σκαρφαλώνουν στα περίκομψα κάγκελα του κρεβατιού…
Τι όμορφες εικόνες!
Στέκομαι μπροστά στο παράθυρο… κλείνω τα μάτια μου και παίρνω μια βαθιά αναπνοή… έντονη μυρωδιά από ρούμι και ασβέστη μεθούν τα ρουθούνια μου… έντονη μυρωδιά από τον αλμυρό θαλασσινό αέρα που με κάνει να θέλω να μείνω εδώ και να μη φύγω… Το μωρό μου με πλησιάζει από πίσω… ακούω τον βηματισμό του… βλέπω την εικόνα του μέσα από το τζάμι του παράθυρου… Με αγκαλιάζει, απλώνει τα χέρια του στο στήθος μου… στα χέρια μου… Δοκιμάζει τη γεύση του δέρματός μου στην περιοχή του αυχένα…
Το άγγιγμα των πρόχειρων κουρτινών που με τύλιγαν τόση ώρα αντικαθίσταται από το άγγιγμα του μωρού μου… Τα δάχτυλά του σκουπίζουν το δέρμα της πλάτης μου… γλιστρούν μέσα στη ζώνη του παντελονιού μου… γλιστρούν μέσα στο παντελόνι μου…
Κρατώ την ανάσα μου απολαμβάνοντας την αίσθηση των δαχτύλων του πάνω μου… απολαμβάνοντας τα υγρά ίχνη των χειλιών του κατά μήκος των χεριών μου και της καυτής αναπνοής του που αντηχεί μέσα στο αυτί μου καθώς μου μιλάει…
«Είμαι τόσο ευτυχισμένος που βρισκόμαστε σήμερα εδώ… μόνοι… που βρίσκομαι εδώ… μαζί σου», μου λέει.
«Σ’ αγαπώ, μωρό μου…», του λέω… «Αγαπώ τα χέρια σου, τα χείλια σου… αγαπώ καθετί πάνω σου…», του λέω.
«Πόσο πολύ μ’ αγαπάς;», με ρωτάει…
Τεντώνω τα χέρια μου ψηλά, ανασηκώνομαι στα δάχτυλα των ποδιών μου…
«Τόσο πολύ… τόσο πολύ…», του απαντώ… «… μέχρι…», δεν προλαβαίνω να δώσω ένδειξη του πόσο πολύ τον αγαπώ γιατί βάζει το χέρι του στο πρόσωπό μου καλύπτοντας το στόμα μου… Ρουφώ το ένα του δάχτυλο, το φυλακίζω μέσα στο στόμα μου… χαλαρώνω… βρίσκομαι κάτω από τον έλεγχό του…
«Εσύ;», προσπαθώ να τον ρωτήσω… είμαι περίεργος να μάθω πόσο πολύ μ’ αγαπάει… αλλά τα χείλια του κολλάνε πάνω στα δικά μου… οι σκέψεις μου πετάνε προς τα έξω… έξω από το ανοικτό παράθυρο και το στόμα μου λιώνει από το παθιασμένο φιλί του…
Δεν μιλώ… αναπνέω… μόνο.

Advertisements