Κάθομαι ήσυχα στον καναπέ και τον περιμένω…
Μέχρι να έρθει ρουφάω το αίμα από μια πληγή στον καρπό του δεξιού μου χεριού…
Είναι θέμα λεπτών να δώσει ένα φιλί στον Λουκά για καληνύχτα και να έρθει σ’ εμένα για να κλείσουμε την βραδιά…
Η πόρτα ανοίγει…
Ακούω τα βήματά του στο πάτωμα…
Στέκεται λίγα βήματα μακριά μου και μου δείχνει την ξεχασμένη μου κιθάρα σαν να είναι τρόπαιο…
«Πάλι ανασκαφές έκανες; Που την βρήκες;», τον ρωτώ…
«Στο πατάρι, εκεί που την είχες αφήσει…», μου απαντά…
Πλησιάζει… Έρχεται κοντά μου… Γλιστράει το χέρι του, ζεστά, πάνω στο δικό μου…
«Ο Λουκάς;», τον ρωτώ…
«Κοιμάται…», μου απαντά…
«Μιχάλη…», του λέω…
«Ναι…», μου λέει…
«Τι θα κάνουμε;», τον ρωτώ…
«Εσύ τι θέλεις να κάνουμε;», με ρωτάει…
Παίρνω μια βαθιά εισπνοή σαν κολυμβητής που είναι έτοιμος να βουτήξει σε μια βαθιά λίμνη…
«Δεν ξέρω… Κοίτα! Χτύπησα το χέρι μου…», του λέω…
«Για να δω…», μου λέει και παίρνει το ύφος περισπούδαστου γιατρού… «…είσαι χειρότερος και από την Μπρουκ…», μου λέει…
«Αγκαλίτσα;», τον ρωτώ…
«Να σου πω ένα τραγούδι;», με ρωτά…
«Όοοοχχχιιι», του απαντώ…
«Καλά… δεν είμαι τέλειος, αλλά μπορούσες να διαφωνήσεις περισσότερο διακριτικά…», μου λέει…
«Μερικές φορές κάνω πράγματα που δεν τα καταλαβαίνω…», του λέω…
«Δεν διαφωνώ…», μου λέει και χαμογελά…
«Ποιο τραγούδι θα μου πεις;», τον ρωτώ…
«Αν δεν σου αρέσει, σήκω… περπάτα μέχρι την πόρτα κι εγώ θα καταλάβω…», μου λέει…
«Έλα ρε Μιχάλη…», του λέω…
Αναστενάζει…
«Ποιο είναι το τραγούδι;», τον ρωτώ…
«Ποιο τραγούδι;», με ρωτάει…
«Μου είπες ότι θα μου τραγουδήσεις ένα τραγούδι… Ποιο;», τον ρωτώ…
«Είχα ένα στο μυαλό μου, αλλά από την άρνηση σου το ξέχασα…», μου απαντά…
«Κάνεις σαν μικρό παιδί…», του λέω…
Κοιταζόμαστε με μια αδέξια σιωπή…
Με πιάνει από το χέρι… σφικτά…
«Θα με ακούσεις;», με ρωτά…
«Τώρα;», τον ρωτώ… χαμογελώντας…
«Ναι… τώρα…», μου απαντά…
Σαν δυο πουλιά, σ’ ένα κλαδί… κοιτάζουμε ο ένας τον άλλο… Είμαι έτοιμος να ρουφήξω κάθε λέξη που θα βγει από το στόμα του…
Πιάνει την κιθάρα και αρχίζει να τραγουδά…
«Here it comes it’s all blowing in tonight
I woke up this morning to a blood red sky
They’re burning on the bridge turning off the lights
We’re on the run I can see it in your eyes
If nothing is safe then I don’t understand
You call me your boy but I’m trying to be the man
One more day and it’s all slipping with the sand
You touch my lips and grab the back of my hand
The back of my hand
Guess we both know we’re in over our heads
We got nowhere to go and no home that’s left
The water is rising on a river turning red
It all might be OK or we might be dead
If everything we’ve got is slipping away
I meant what I said when I said until my dying day
I’m holding on to you, holding on to me
Maybe it’s all gone black but you’re all I see
You’re all I see
The walls are shaking, I hear them sound the alarm
Glass is breaking so don’t let go of my arm
Grab your bags and a picture of where we met
All that we’ll leave behind and all that’s left
If everything we’ve got is blowing away
We’ve got a rock and a rock till our dying day
I’m holding on to you, holding on to me
Maybe it’s all we got but it’s all I need
You’re all I need
And if all we’ve got, is what no one can break,
I know I love you, if that’s all we can take,
the tears are coming down, they’re mixing with the rain,
I know I love you, if that’s all we can take.
A pool is running for miles on the concrete ground
We’re eight feet deep and the rain is still coming down
The TV’s playing it all out of town
We’re grabbing at the fray for something that won’t drown»*
Αφήνει την κιθάρα και μου πιάνει ξανά το χέρι…
«Αχ…», λέω…
«Τόσο χάλια τραγούδησα;», με ρωτάει…
«Με πιάνεις από τον καρπό που είναι χτυπημένος…», του απαντώ
«Ω…», λέει…
Αφήνει το χέρι μου και ένα χαμόγελό του κάνει τα χείλια του να λιώσουν… το ένα πάνω στο άλλο… Την ίδια στιγμή λιώνει και η καρδιά μου…
«Είσαι έτοιμος να σου πω τη γνώμη μου;», τον ρωτώ…
«Ναι…», μου απαντά…
Κάνει να σηκωθεί… θέλει να βρίσκεται μακριά μου όσο θα του λέω την κριτική μου…
Τον πιάνω και τον σφίγγω στην αγκαλιά μου…
«Δεν πρόκειται να πας πουθενά…», του λέω..
*All I need – Mat Kearney