Αυτό το κάτι
Εκμεταλλεύομαι την ομορφιά σου κρατώντας σε στην αγκαλιά μου… Το κεφάλι σου ακουμπάει απαλά στο στήθος μου… Τα απαλά, πυκνά μαλλιά σου είναι πολύ μπερδεμένα γι’ αυτό και περνώ ανάμεσά τους τα δάχτυλά μου… Λατρεύω αυτή τη στιγμή… Ακόμα περισσότερο και από την έντονη ερωτική ώρα που πέρασε… Είναι αυτό που πρέπει να θυμάμαι στο μέλλον… το κορμί σου πάνω στο δικό μου… Με ελαφρά την καρδία σε φιλώ μέσα στα μάτια…
«Άουτς…», λες…
«Δεν ήθελα να σε πονέσω, μωρό μου…», ψιθυρίζω…
Ένας μυς του μάγουλού σου συσπάται στο στήθος μου… Σκύβω και βλέπω το αγαπημένο μου χαμόγελο στα χείλια σου… Μου βγάζεις τη γλώσσα… κυρτή… και με κοροϊδεύεις ταξιδεύοντάς την στο σιωπηλό δρόμο ανάμεσα στα χείλια σου… Σε κοιτώ βαθιά στα μάτια σαν να θέλω να σε υπνωτίσω… Συνειδητοποιώ ότι δεν σε βλέπω καλά… η εικόνα σου είναι θολή… ασαφής…
«Διάολε… ξέχασα να φορέσω τους φακούς…», μονολογώ…
Τοποθετώντας τους στα μάτια, μπορώ να δω πλέον την ομορφιά σου να ξεδιπλώνεται… αλλοιώνοντας κι αυτά, τα ελάχιστα μη όμορφα σημεία πάνω σου…
Ρίχνω το βλέμμα μου στα μάτια σου… στα συγκλονιστικά, μαγνητικά, καφετιά μάτια σου… Συχνά κάνω στάσεις μέσα τους… Όλο κυκλοφορώ κάπου εκεί… κοντά τους… Είναι γεμάτα γνώση, παιδιάστικη περιέργεια και συμπόνια…
«Είσαι καλά; Φαίνεσαι… κάπως…», μου λες…
«Γιατί; Πότε είμαι καλά;», σου λέω και χάνομαι στη φωνή σου… λιώνω στο άκουσμα της φωνής σου… στην αθωότητα του τόνου που κρατά τις αλήθειες και τα μυστικά της ψυχής σου… Ψιθυρίζεις βραχνά το όνομά μου καθώς τα άκρα μας πλέκονται με αποτέλεσμα να μετακινούνται τα κορμιά μας μαζί… σαν μια οντότητα…
«Βάλε μου πρόστιμο, αγάπη…», σου λέω
«Σκέφτομαι… πολλά… για σένα…», μου λες…
Τα λόγια σου κάνουν τα μάγουλά μου κόκκινα…
«Πολλά, ε;», σε ρωτώ…
«… για να έχεις να θυμάσαι…», μου λες…
Υποθέτω για να θυμάσαι εσύ…
Ακουμπάς τα μάγουλά στο στήθος μου…
Έτσι. Χαριτωμένα…
Είμαι σίγουρος ότι αυτή τη στιγμή, αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή, υπάρχει κάτι που σκέφτεσαι… Τι να’ ναι αυτό; Μακάρι να ήξερα… Είμαι στις σκέψεις σου; Κρύβομαι πίσω από τα μάτια σου; Για να δω…
«Τι σκέφτεσαι;», ρωτώ ψιθυριστά…
Γιατί ρώτησα μόνο αυτό; Λαχταρώ τη γνώση. Δεν είμαι περίεργος… Όχι… είμαι περίεργος, αλλά ντρέπομαι να το παραδεχθώ…
«Τίποτα δεν σκέφτομαι… Είναι αυτές οι ώρες το πρωί που πραγματικά δεν σκέφτομαι τίποτα…», μου απαντάς…
«Δεν λειτουργεί το μυαλό, ε;», σε ρωτώ…
Μετακινείς το κορμί σου… Δένεις τα πόδια σου γύρω από τα δικά μου… Θέλεις τη ζεστασιά σου κοντά στη δική μου…
Ακουμπάς το κεφάλι σου στο χέρι… Στον αγκώνα σου συγκρατείς το μαξιλάρι…
Χαμογελάς. Περιμένεις να χαμογελάσω κι εγώ;
Παραμένω σοβαρός… με δυσκολία, αλλά παραμένω…
«Γιατί χαμογελάς; Δεν βλέπεις πόσο σοβαρός είμαι εγώ;», σου λέω…
Προτού καλά-καλά προλάβω να ολοκληρώσω τη φράση μου… με πιάνουν τα γέλια…
Πρέπει να μπορούσες να δεις αυτό το κάτι που έχεις στο βλέμμα σου… αυτό το κάτι που με κάνει να πέφτω πάνω σου με διάθεση χαλάρωσης και ανάπαυσης…
Σιωπή.
Με τα δάχτυλά μου λατρεύω το δέρμα σου… Επαινώ κάθε ανάσα που παίρνεις. Σε κάνω Θεό, ίσως καλύτερο και από Θεό. Προσεύχομαι με το βλέμμα μου. Σε κοιτώ με τόση αγάπη, όπως ακριβώς σε αξίζει… Με τη σκέψη κολυμπώ στο κορμί σου… προσεκτικά, μήπως και αμαρτήσω…
«Σ’ αγαπώ…», σου λέω…
«Πάλι;», με ρωτάς


