Οι πόρτες του σαλονιού ανοίγουν μ’ ένα χτύπημα. Τρομαγμένοι, ο καθένας γυρίζουμε τα κεφάλια μας, αργά, προς την είσοδο ακούγοντας τον θόρυβο… Όλη η γειτονιά είναι παρούσα ή τουλάχιστον όλοι εκείνοι που μπορούσαν να έρθουν… Ο μόνος που λείπει… αυτός που δεν μπορούσε να έρθει είχε κάποιο τρομερό λόγο για να μη βρίσκεται εκεί… Ο αδερφός μου, όσα χρόνια κι αν περάσουν, συνεχίζει να με θεωρεί μίασμα για την οικογένεια και προφασίστηκε γελοίες δικαιολογίες για να μη βρεθεί μαζί μου στον ίδιο χώρο… αυτή τη σημαντική στιγμή που οι ζωές και των δυο μας αλλάζουν ή έχουν αλλάξει ήδη…
Μια μικρή διακοπή και έπειτα όλοι θα μπορούσαμε να δούμε το φέρετρο… Άνθρωποι νέοι και ηλικιωμένοι, ψηλοί και κοντοί τεντώνουν τους λαιμούς τους για να δουν πόσο βαριά διακοσμημένο είναι το φέρετρο και κυρίως την ποιότητα του ξύλου… Μια σεβαστή σιωπή απλώνεται πάνω από το πλήθος καθώς η πομπή συνεχίζει την πορεία της προς το κέντρο σου σαλονιού… Τα μάτια σκεπάζονται από δάκρυα και τα δάκρυα από χαρτομάντιλα… Σκουπίζω τα δικά μου δάκρυα από τα μαλλάκια του Λουκά και στρέφω το βλέμμα μου προς το ταβάνι… προς τον ουρανό… προς τα εκεί που ξέρω πως βρίσκεται πλέον η γιαγιά μου και μας κοιτάζει να τιμούμε το κορμί της και όχι την ψυχή της… Ακούγονται άβολα αναφιλητά, ομιλίες… Ασυζητητί, απ’ όλους όσους έχουν συγκεντρωθεί εκεί μπορώ να αισθανθώ την αγάπη και την έκχυση συγκίνησης και θλίψης για το θάνατο της γιαγιάς Φιορίνο, της πολυαγαπημένης μου γιαγιάς… Ξέρω ότι για όλους το γεγονός ήταν απροσδόκητο, όπως είναι κάθε φορά ο θάνατος… Η γιαγιά μου ήταν πολύ αγαπητό πρόσωπο για τον καθένα και δεν υπήρχε κάποιος που να μην την αγάπησε… Όλους όσους τους χαμογέλασε ή τους είπε ένα γεια όσο ζούσε τους άγγιξε ιδιαίτερα η είδηση του θανάτου της… φίλους και οικογένεια… και όσους δεν τους άγγιξε, κατά βάθος, γνωρίζουν πως ένα κομμάτι της ζωής τους έχει μεταφερθεί για πάντα μέσα στο φέρετρο… μαζί της…
Για εμάς τους Καθολικούς, οι ύμνοι και οι άνθρωποι που δεν μπορούν να τους τραγουδούν δεν γίνεται να συνυπάρξουν στην ίδια πρόταση… Δυστυχώς, έρχονται στιγμές που δεν μπορείς ν’ ανοίξεις το στόμα, όσο πιστός κι αν είσαι… Προσωπικά, μπροστά στον θάνατο το στομάχι μου κάνει τούμπες και με δυσκολία κρατιέμαι να μη κάνω εμετό… Δεν ξέρω γιατί, αλλά μετά τον θάνατο του πατέρα μου, κάτι μέσα μου έλεγε ότι αυτός θα ήταν και ο τελευταίος… Δεν ήμουν έτοιμος για άλλη κηδεία και μάλιστα για τη κηδεία ενός ατόμου που δεν ήθελα με τίποτα να πεθάνει… της γιαγιάς μου… Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού προς τη Μπολόνια αναρωτήθηκα αν ο θάνατος γελάει μ’ εμάς τους ανθρώπους και θύμωσα με την διαπίστωση ότι κερδίζει πάντα, ίσως επειδή ξέρει πόσο τον φοβόμαστε… Χαϊδεύω το κεφάλι του Λουκά και κάνω μια ευχή… να βρεθεί ένα έξυπνο πρόσωπο που θα σκοτώσει τον θάνατο βάζοντας ένα τέλος στον φόβο μας απέναντί του… Όσο μισώ τις κηδείες και τον θάνατο, άλλο τόσο ξέρω πως η ζωή και ο θάνατος πηγαίνει χέρι-χέρι και δεν μπορείς να έχεις το ένα χωρίς το άλλο…
Τη στιγμή που στηρίζουν το φέρετρο στη μέση του σαλονιού, ανάμεσα στους δυο μεγάλους καναπέδες, κάποιοι… πέντε-έξι αρχίζουν δειλά να τραγουδούν ύμνους… Αυτές οι πέντε-έξι φωνές όσο περνούν τα λεπτά αυξάνονται… Η φωνή του ενός ενώνεται με τη φωνή του άλλου και η αρμονία τους θυμίζει χορωδία… Άφωνοι και καλλίφωνοι τραγουδούν μαζί… ενώνουν τις προσευχές τους προς τον Θεό… Ο θάνατος της γιαγιάς φέρνει κοντά πούστηδες και απατεώνες, αχάριστους και βλάκες, τίμιους και μαλάκες… Διαφορές και μίση μπαίνουν στην άκρη και όλοι βρίσκουμε τη δύναμη να υποστηρίξουμε ο ένας τον άλλο για να μπορέσουμε να ξεπεράσουμε τον πόνο που φέρνει ο θάνατος…
Μετά από μια ακολουθία ύμνων, το συγκεντρωμένο πλήθος διασκορπίζεται για να συνεχίσει τη ζωή του και μένει μόνο η οικογένεια… Η θλίψη μου είναι τόσο μεγάλη που δεν δίνω σημασία στο ότι ούτε ο μεγαλύτερος αδερφός μου, ούτε καν η αδερφή μου δεν ήρθαν να χαϊδέψουν τον Λουκά… Στα αυτιά μου βουίζει ακόμα η αρμονία των ψαλμών που μας ένωσαν έστω και για μια στιγμή… και το μυαλό μου, όπως συμβαίνει συνήθως, επιστρέφει στο χρόνο…
Ήμουν πολύ μικρός, όταν πέθανε ο παππούς μου και χωρίς να ξέρω πόσο σκληρή είναι η απώλεια ενός ανθρώπου έκλαιγα συνθέτοντας ποταμούς πάνω στα μάγουλά μου… Κρατούσα, θυμάμαι, το χέρι της γιαγιάς μου στο ίδιο σαλόνι που βρίσκομαι και τώρα…
«Γιαγιά, γιατί έχω ένα βάρος στο στήθος;», την ρώτησα…
«Γιατί μέσα στο στήθος κρύβεις μια καρδιά που πονάει…», μου απάντησε με φωνή πνιγμένη από το κλάμα…
Οι γειτόνισσες και φίλες της γιαγιάς περνούν μια-μια για να μας συλλυπηθούν… έρχονται πρόσωπο με πρόσωπο με τον Λουκά, αλλά καμία δεν ρωτάει γιατί και πως ήρθε στη ζωή… Για να τον προστατεύσω, ενστικτωδώς, τυλίγω το χέρι μου γύρω του και τον κρύβω στην αγκαλιά μου, σ’ ένα αποκορύφωμα πατρικής αγάπης… Ο Λουκάς ακουμπά το κεφάλι του πάνω στον ώμο μου, και κλείνει τα μάτια του σαν να καταλαβαίνει πως δεν υπάρχει ανάγκη να βλέπει…
Λίγα λεπτά αργότερα αισθάνομαι ένα χέρι να ακουμπά με δύναμη πάνω στον ώμο μου… Γυρίζω το κεφάλι μου και βλέπω, επιτέλους, την μητέρα μου να στέκεται πίσω μου… Την κοιτώ ατάραχος, καθησυχάζω τον εαυτό μου χαϊδεύοντας τον Λουκά…
«Δεν ομόρφυνε περισσότερο;», την ρωτάω ανίκανος να σκεφτώ κάτι άλλο να πω…
Κουνάει το κεφάλι της δίνοντάς μου μια θετική απάντηση…
«Κοιμάται;», με ρωτάει ζητώντας μια επιβεβαίωση…
Τον κουνάω στην αγκαλιά μου… μια φορά… και κοιτάζω το πρόσωπό του…
«Ναι…», της απαντώ…
«Όταν ξυπνήσει θα πω την αδερφή σου να έρθει να τον δει…», μου λέει αλλά δεν έχει τη δύναμη να με κοιτάξει στα μάτια…
«Ήρθα μόνο για την γιαγιά…», της λέω…
Δεν μου απάντησε…
Δεν μετανιώνω που γίνομαι σκληρός… Στην εσάρπα της γιαγιάς μου που πρακτικά σκέπαζε τους ώμους της όσο ζούσε και τώρα βρίσκεται παρατημένη σε μια καρέκλα, βλέπω την εικόνα της γιαγιάς μου, που αν ζούσε θα συμφωνούσε μαζί μου και θα μουρμούριζε για να μην την ακούσουν οι άλλοι:
«Ακόμα και ο θάνατος δεν μπορεί να μας φέρει κοντά…»