Αρχείο

Archive for the ‘Διήγημα’ Category

Αυτή δεν είναι μία συνηθισμένη ερωτική ιστορία

Σεπτεμβρίου 25, 2006 Αλέξανδρος Γράψτε ένα σχόλιο

Είναι καλοκαίρι, στο εξοχικό σπίτι της οικογένειας του Δημήτρη. Το σπίτι είναι πολύ έξυπνα διαρρυθμισμένο, πράγμα φυσικό αφού το σχεδίασε ο πατέρας του Δημήτρη που είναι πολιτικός μηχανικός. Είναι ο κλασικός τύπος βίλας με ξύλινη επένδυση εσωτερικά και σκεπή από κεραμίδια. Τα υπνοδωμάτια είναι στον επάνω όροφο, ενώ κάτω είναι η κουζίνα και το καθιστικό. Στο καθιστικό υπάρχει στη μια πλευρά ένα μπαρ και στην άλλη ένα τζάκι, το οποίο βέβαια μέσα στο κατακαλόκαιρο είναι μόνο διακοσμητικό. Οι χώροι όλοι είναι ζεστοί και ανθρώπινοι, όπως χαρακτηριστικά συνηθίζει να λέει ο πατέρας του, ο Βαγγέλης.
Ο Κώστας ο αδερφός του, είναι φοιτητής στη Θεσσαλονίκη, στη Ξεσσαλονίκη όπως λέγεται στους φοιτητικούς κύκλους. Τον περισσότερο καιρό λείπει από το σπίτι αλλά ακόμη και τα καλοκαίρια, έχει τις δικές του παρέες στις οποίες ο Δημήτρης δεν έχει καμία σχέση. Εδώ που τα λέμε δεν είναι μόνο η άρνηση του Κώστα να κάνει παρέα με τον αδερφό του γιατί και ο ίδιος ο Δημήτρης δεν το επιδιώκει. Βρίσκει ότι ο αδερφός του και οι φίλοι του δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να είναι συνέχεια έξω, διατυμπανίζοντας με αυτό τον τρόπο τη φοιτητική τους ελευθερία. Γενικά δεν έχει και πολλά – πολλά με τον αδερφό του, αλλά εδώ που τα λέμε δεν έχει και στενές σχέσεις με κανέναν. Ο Δημήτρης είναι αυτό που λέει η μητέρα του, η Μαρία: «παράξενο παιδί, κλεισμένο στον εαυτό του». Όχι πως είναι κλινική περίπτωση αντικοινωνικού ανθρώπου, αλλά προτιμάει να παρατηρεί ανθρώπους και καταστάσεις από το να εμπλέκεται ενεργά. Όταν τον ρωτάει κανείς τη γνώμη του για κάτι, τη λέει και αμέσως εισπράττει το σχόλιο: «Δεκαεπτά ετών παιδί και έχει ώριμη σκέψη, μπράβο…».
Όλος αυτός ο μικρόκοσμος του φαίνεται βαρετός. Τώρα ειδικά που είναι καλοκαίρι και δεν έχει και τη διέξοδο του σχολείου υπάρχουν στιγμές που νιώθει ότι τον πνίγει. Ονειρεύεται όταν μεγαλώσει να γίνει ηθοποιός και να παίξει στα μεγαλύτερα θέατρα της Ευρώπης, της Αμερικής και όπου αλλού μπορέσει. Η οικογένειά του έχει την οικονομική δυνατότητα να υποστηρίξει τις σπουδές ορθοφωνίας και υποκριτικής που απαιτούνται, αλλά οι γονείς του προσπαθούν να τον πείσουν πως είναι καλύτερα να σπουδάσει πολιτικός μηχανικός και να αναλάβει αργότερα το γραφείο του πατέρα του. «Έτσι θα έχεις μια στρωμένη δουλειά, όχι να γυρνάς από ‘δω και από ‘κει σαν τον τσιγγάνο, … άλλοι παρακαλάνε για μια τέτοια τύχη και εσύ θέλεις να την κλωτσήσεις…».
Αυτός ο Ιούλιος έχει τους χειρότερους καύσωνες των τελευταίων δέκα χρόνων. Σαν να μην έφτανε αυτό, θα έρθει να μείνει σπίτι τους μία οικογένεια φίλων, να περάσουν λίγες ημέρες μαζί. Όταν τα άκουσε αυτό ο Δημήτρης τρόμαξε: «Θα περάσω ένα μήνα με ανθρώπους που δεν έχω δει ποτέ στη ζωή μου; Δεν γίνονται αυτά. Καλύτερα να γυρίσω στην Αθήνα και να βράσω από τη ζέστη, τουλάχιστον θα έχω την ησυχία μου».
Οι γονείς της φιλικής οικογένειας, ο Άρης και η Βαρβάρα. Είναι στενοί φίλοι με τους γονείς του Δημήτρη από τον καιρό που σπούδαζαν. Ο Άρης με τον Βαγγέλη είχαν γνωριστεί στο Πολυτεχνείο, ήταν συμφοιτητές και στη συνέχεια συγκάτοικοι για πέντε χρόνια. Η στενή φιλία τους συνεχίστηκε και αφού παντρευτήκανε, μέχρι που ο Άρης και η Βαρβάρα μετακομίσανε στο Ηράκλειο λόγω μιας σπουδαίας επαγγελματικής πρότασης. Η επαφή τους συνεχίστηκε με σποραδικές επισκέψεις και από τις δύο πλευρές, αλλά τα τελευταία χρόνια ήταν κυρίως τηλεφωνική.
Παρά τις ενστάσεις του Δημήτρη, οι γονείς του επέμειναν πως τα πράγματα δεν θα ήταν τόσο τραγικά.
- Ο Άρης και η Βαρβάρα έχουν ένα γιο στην ηλικία σου σχεδόν, τον Αλέξη. Θα έχεις κι εσύ μια παρέα, αφού δεν θέλεις να βγαίνεις με τον αδερφό σου, είπε η μητέρα του σε μια προσπάθεια να εξομαλύνει την κατάσταση.
- Τέλος πάντων, είπε ο Δημήτρης, αλλά θα μεταφέρω το στερεοφωνικό στο δωμάτιο μου κι εσείς θα πάρετε το φορητό κασετόφωνο. Τουλάχιστον να έχω τη μουσική που θέλω όταν ζωγραφίζω.
Το απόγευμα της ίδιας ημέρας ήρθαν οι προσκεκλημένοι.

Μετά από μια εβδομάδα η συγκατοίκηση είχε βρει τους ρυθμούς της. Ο Άρης με τη Βαρβάρα κοιμούνται στον ξενώνα και ο Αλέξης στο δωμάτιο του Κώστα, ο οποίος είχε φύγει εδώ και δυο ημέρες για να πάει διακοπές με τους φίλος του, αφού σε λιγότερο από ένα μήνα θα πάει στη Θεσσαλονίκη να διαβάσει για την εξεταστική του Σεπτεμβρίου.
Έτσι είναι όλα τακτοποιημένα… ή μάλλον όλα εκτός από ένα… ο Αλέξης, από την στιγμή που πάτησε το πόδι του στο σπίτι τους κινείται συνέχεια, σχεδόν τρέχει.
- Πάει και έρχεται σα σβούρα, σκέφτηκε η μητέρα του Δημήτρη.
- Είναι σα να έχει πάρει κόκα, σκέφτηκε ο Δημήτρης
- Μου θυμίζει ένα βιβλίο που είχα διαβάσει όταν τα παιδιά ήταν μικρά, με τίτλο: «Γιατί το παιδί σας είναι υπερκινητικό», σκέφτηκε ο πατέρας του Δημήτρη.
Η πραγματικότητα βέβαια είναι τελείως διαφορετική. Οι γονείς του Αλέξη, αλλά και ο ίδιος ο Αλέξης, τους εξήγησαν τι ακριβώς συμβαίνει το βράδυ που έφτασαν.
- Ο Αλέξης, είπε ο πατέρας του, πριν ένα χρόνο εμφάνισε τα πρώτα σημάδια μιας γενετικής παρέκκλισης.
- Γενετικής ανωμαλίας; Αναρωτήθηκε δυνατά η Μαρία.
- Όχι, όχι ανωμαλίας, η γενετική ανωμαλία είναι κάτι το αμετάκλητο, έχει μια κακή χροιά. Η γενετική παρέκκλιση δηλώνει κάτι που είναι διαφορετικό από αυτό που εννοούμε όταν λέμε κανονικό, δηλαδή διαφορετικό από το μέσο όρο, είπε ο Άρης.
Στους γονείς του Δημήτρη ήταν φανερή η αμηχανία, ενώ για τον ίδιο όλα αυτά παρουσίαζαν τρομερό ενδιαφέρον. Αντίθετα οι γονείς του Αλέξη φαινόντουσαν χαλαροί έως και χαρούμενοι με το ζήτημα, ενώ ο Αλέξης έκανε βόλτες μέσα στο δωμάτιο. Την κατάσταση πήρε τότε στα χέρια της η Βαρβάρα, η οποία συνέχισε τις εξηγήσεις για την αποσαφήνιση της κατάστασης.
- Ο Αλέξης παρουσίασε μια διαφορετική μεταβολική οδό στην αποικοδόμηση της γλυκόζης στον οργανισμό του. Είναι κάτι που μπορεί να παρουσιαστεί στον οποιονδήποτε, απλά είναι εξαιρετικά σπάνιο, παρουσιάζεται μία στο εκατομμύριο. Δεν είναι τίποτα το κακό. Απλά παράγει μεγαλύτερη ποσότητα γλυκογόνου από τους άλλους ανθρώπους γιατί φωτοσυνθέτει κιόλας. Έτσι αναγκάζεται κατά τη διάρκεια της ημέρας να κινείται πιο έντονα για να καταναλώνει την επιπλέον ποσότητα γλυκογόνου.
- Και την νύχτα; ρώτησε έκθαμβος ο Δημήτρης.
- Μόλις πέσει ο ήλιος σταματώ να φωτοσυνθέτω και ζω φυσιολογικά, σαν εσένα, πετάχτηκε με αβέβαιο αυτοσαρκασμό ο Αλέξης, ενώ περνούσε μπροστά από το τζάκι.
- Δηλαδή, εδώ και ένα χρόνο το αγόρι ζει έτσι; … Τι είπαν οι γιατροί, δεν μπορεί να γίνει κάτι; ρώτησε ο Βαγγέλης.
- Δεν υπάρχει κίνδυνος για την υγεία του, απάντησε ο Άρης. Απλά για να έχει μια φυσιολογική ζωή χωρίς αυτή την αεικινησία, έχουμε εφαρμόσει την ενδεδειγμένη θεραπευτική μέθοδο. Ο Αλέξης πριν από ένα μήνα δέχτηκε το κατάλληλο μόσχευμα και σε ένα εξάμηνο, αν όλα πάνε καλά, θα ζει όπως όλος ο κόσμος.
- Και αυτή η γάζα που έχει στο δεξί του γόνατο έχει σχέση με την μεταμόσχευση; πετάχτηκε πάλι ο Δημήτρης.
- Δημήτρη, μην είσαι τόσο αδιάκριτος, του είπε αμέσως η μητέρα του.
- Δεν είναι κακό που ρωτάει το παιδί. Στο γόνατο έγινε η μεταμόσχευση. Τώρα το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να περάσει το μεταβατικό στάδιο, είπε η μητέρα του Αλέξη.
Έτσι λοιπόν, όλα είναι εντάξει. Η συμβίωση συνεχίζεται κανονικά. Πηγαίνουν όλοι μαζί βόλτες, τρώνε σε ταβέρνες τα βράδια ώστε να μπορεί να κάθεται και ο Αλέξης, πάνε για μπάνιο. Οι γονείς του Δημήτρη δείχνουν να έχουν προσαρμοστεί σ’ αυτή την καινούργια καθημερινότητα και διασκεδάζουν τις στιγμές που περνάνε με τους παλιούς φίλους τους. Ο Αλέξης, από την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου συνεχίζει την υπερκινητική του δραστηριότητα, μόνο που ο Δημήτρης νιώθει άβολα, σχεδόν κάθε φορά, που πρέπει να τον αντιμετωπίσει.

Έχει περάσει ένας μήνας από τότε που ξεκίνησε η απροσδόκητη συγκατοίκηση. Ο Δημήτρης συνεχίζει να βαριέται θανάσιμα και αυτό το καλοκαίρι, όπως και το προηγούμενο. Τώρα όμως νιώθει επιπλέον και εγκλωβισμένος μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Βγαίνει από το δωμάτιό του μόνο όταν είναι απολύτως απαραίτητο, για το φαγητό δηλαδή και μια – δυο φορές για να μη νομίζουν οι γονείς του ότι έχει κάτι. Κάθεται στο δωμάτιό του και διαβάζει, ακούει μουσική, σχεδιάζει, σκέφτεται … Τι σκέφτεται όμως; Το μέλλον του στο θέατρο, όπως θα ήθελε να είναι. Διαβάζει ιστορία του θεάτρου και θεατρικά έργα για να εξοικειωθεί με το χώρο που θα απασχολήσει τα επόμενα χρόνια της ζωής του. Όμως κάτι δεν τον αφήνει να ησυχάσει. Βάζει ν’ ακούσει τους αγαπημένους του ηλεκτρονικούς ήχους από τους Στέρεο Νόβα, αλλά διατηρεί χαμηλά την ένταση, σαν να μην θέλει να καταλάβουν οι άλλοι ότι είναι μέσα και ακούει μουσική. Γιατί όμως;
Η αλήθεια είναι, αυτό το παραδέχεται στον εαυτό του, ότι δεν ξέρει πώς να φερθεί στον Αλέξη. Δεν θέλει ακριβώς να τον αποφύγει. Αλλά θέλει και τη συναναστροφή του. Σαν να νιώθει έναν αδιόρατο και αδιευκρίνιστο φόβο γι’ αυτό το περίεργο πλάσμα … «περίεργο» … Δεν είναι αυτός ο χαρακτηρισμός που πραγματικά του ταιριάζει. Τον φοβάται όμως. Ίσως γιατί είναι λίγο απότομος μερικές φορές στις εκφράσεις του. «Μάλλον με περνάει για μαλάκα, επειδή όσες φορές έχουμε ανταλλάξει κουβέντες παίρνω το ύφος του ροφού και δεν μπορώ να συνεχίσω την συζήτηση. Με ενοχλεί βέβαια που είναι και οι άλλοι γύρω. Όχι όλος ο κόσμος γενικά, αλλά οι γονείς μου που θα περιμένουν ν’ ακούσουν κάτι από μένα που θα τους διαβεβαιώσει πως δεν είμαι αλαφροΐσκιωτος. Αυτή είναι φοβερή πίεση για μένα. Μπορεί άλλωστε να είμαι αλαφροΐσκιωτος, δεν έχω το δικαίωμα; Εδώ βρίσκουν φυσιολογικό ένα άτομο που φωτοσυνθέτει, εγώ τους πειράζω;», σκέφτεται ο Δημήτρης.
Αυτές τις σκέψεις διακόπτει ο ήχος της πόρτας που ανοίγει. Είναι η μητέρα του.
- Τι κάνεις αγόρι μου κλεισμένος εδώ μόνος σου;
- Τίποτα. Εσείς τι κάνετε κάτω;
- Εμείς θα παίξουμε καμία μπιρίμπα για να περάσει η ώρα. Δεν πάτε με τον Αλέξη καμία βολτίτσα για να ξεσκάσετε; Κοντεύει να πέσει τώρα ο ήλιος. Έτσι να βγείτε και εσείς μόνοι σας οι νεολαίοι.
Ο Δημήτρης σηκώνεται αμέσως από το κρεβάτι του και αρχίζει να ψάχνει στα συρτάρια του γραφείου του, ένας Θεός ξέρει τι.
- Τι λες ρε μαμά, που να πάμε τώρα … Άλλωστε ο Αλέξης θα βαριέται …
-Σε παρακαλώ παιδί μου, πρέπει να ξεμουχλιάσεις κι εσύ. Να δει και το παιδί τίποτα …διακοπές ήρθε.
- Καλά, θα του πω. Άσε με τώρα.
Ο Αλέξης δεν ξαφνιάζεται καθόλου με τη πρόταση του Δημήτρη, τουλάχιστον δε δείχνει τη παραμικρή έκπληξη, πράγμα που κάνει τον Δημήτρη να νιώσει πάλι άβολα, μιας και αυτός είχε κοπιάσει να σκηνοθετήσει την έκφραση της πρότασής του. Και σαν να μην έφτανε αυτό, του λέει: «Αν σκοπεύεις να βάλεις κοστούμι πες το μου για να βάλω κι εγώ σμόκιν» και φεύγει γελώντας, ενώ ο Δημήτρης ανασκουμπώνεται και κλείνεται στο καβούκι του για να τα βγάλει πέρα το βράδυ.
Περπατώντας προς το κέντρο της λουτρόπολης, ανταλλάσσουν λίγες κουβέντες σποραδικά. Πόσα χρόνια παραθερίζει ο Δημήτρης με την οικογένειά του εκεί, πως γνωρίστηκαν οι γονείς τους. Σε μια φάση, καθώς περπατάνε στον κεντρικό δρόμο, ο Δημήτρης σκέφτεται πως είναι περίεργο που ο Αλέξης περπατά και δεν τρέχει. Είναι σαν να βλέπει άλλον άνθρωπο. Ο Αλέξης, σαν να νιώθει τη σκέψη του, σταματά και αυτή την υποτυπώδη συζήτηση. Ο Δημήτρης καταλαβαίνει την αλλαγή της στάσης του και προτείνει να κάτσουν σε μια καφετέρια που έχει τραπεζάκια σε ένα βραχίονα ο οποίος εισχωρεί στη θάλασσα.
Ο σερβιτόρος έρχεται, παραδόξως, αμέσως μόλις κάθονται. Παραγγέλνουν και οι δύο μπύρα μιας και η ζέστη το ζητάει. Ο Δημήτρης πίνοντας τη πρώτη γουλιά ρωτάει με αφέλεια:
- Επιτρέπεται να πίνεις μπύρα, αλκοόλ γενικά …στην κατάστασή σου;
- Αν σε άκουγε κάποιος … μεταμόσχευση έχω κάνει, δεν είμαι έγκυος, είπε ο Αλέξης γελώντας με μια μικρή γεύση νευρικότητας και του έκλεισε το μάτι.
Το βράδυ είναι πολύ γλυκό. Από το τραπέζι τους βλέπουν τα φώτα από τα μαγαζιά, τους ανθρώπους που κάνουν την βραδινή τους βόλτα πηγαίνοντας πάνω – κάτω στον κεντρικό δρόμο.
- Δεν βαριούνται συνέχεια το ίδιο πράγμα, να βλέπουν τα ίδια πρόσωπα, τα ίδια μέρη; ρώτησε ο Δημήτρης.
- Μπορεί να τους αρέσει.
- Μα υποτίθεται πως φεύγουν από τις πόλεις τους και έρχονται εδώ για διακοπές και καταλήγουν να βλέπουν τους ίδιους ανθρώπους, να συζητάνε τα ίδια πράγματα, αναιρείται η έννοια των διακοπών έτσι.
- Έχεις σκεφτεί ότι μπορεί να αναζητούν αυτή την οικειότητα, να είναι το απαραίτητο στοιχείο γι’ αυτούς τους ανθρώπους ώστε να μπορούν να χαλαρώσουν;
- Δεν ξέρω. Αλλά εγώ δεν μπορώ να φανταστώ μία τέτοια προοπτική ζωής για μένα. Δεν αντέχω αυτή τη σκέψη.
- Ποια προοπτική ζωής φαντάζεσαι για σένα;
Ο Δημήτρης φαίνεται για μια στιγμή να κυκλώνεται από σκέψεις, αλλά επανέρχεται στην πραγματικότητα.
- Θα σου πω μία άλλη φορά. Είναι μεγάλη ιστορία …, απαντά.
Έχει περάσει σχεδόν μισή ώρα από τότε που καθίσανε και επικρατεί τώρα μια άκαμπτη σιωπή. Ξαφνικά, ο Αλέξης παίρνει την πρωτοβουλία και του λέει:
- Σ’ αρέσει εδώ;
- Που εδώ;
- Εδώ που καθόμαστε …
- Ε, εντάξει, λέει ο Δημήτρης με φανερή αδιαφορία.
- Τότε πάμε κάπου αλλού.
- Που αλλού;
Ο Αλέξης με έναν ενθουσιασμό να διαγράφεται στο πρόσωπό του, του εξηγεί:
- Τόσα χρόνια που έρχεσαι εδώ, δεν έχεις κάποιο αγαπημένο μέρος, κάποιο σημείο στο οποίο καταφεύγεις και μπορείς να είσαι μόνος σου, χωρίς αυτά που σε ενοχλούν;
Ο Δημήτρης παραξενεύεται. Δεν ξέρει αν θέλει να μοιραστεί μια υπόθεση τόσο προσωπική, αλλά θέλει να δοκιμάσει.
- Υπάρχει αλλά είναι λίγο μακριά. Μπορεί να βαρεθείς το περπάτημα.
- Στο περπάτημα είμαι εξασκημένος, μάλλον εσύ θα κουραστείς, λέει ο Αλέξης ενώ έχει ήδη σηκωθεί από την καρέκλα του.
Έχουν αφήσει πίσω τους το κέντρο και προχωρούν παράλληλα με τις γραμμές του τρένου. Τα χοντρά χαλίκια κάνουν το περπάτημα πιο κουραστικό και ηχηρό.
- Μην τρέχεις. Άσε με να ευχαριστηθώ την διαδρομή …
- Με συγχωρείς.
- Έχεις περάσει πολλές φορές από εδώ, έτσι δεν είναι;
- Όταν ήμουν μικρός, ερχόμασταν εδώ με τον αδερφό μου και βάζαμε κέρματα πάνω στις ράγες. Μετά καθόμασταν πιο πέρα και περιμέναμε να περάσει το τρένο για να δούμε αν θα χαράξει, όπως φανταζόμασταν, τα κέρματα.
- Δεν το έχω ξανακούσει αυτό, λέει χαμογελώντας ο Αλέξης.
Ο Δημήτρης νιώθει μια ανακούφιση. Σαν να πέρασε ένα crash test με επιτυχία. Κοιτάζει τον Αλέξη και προσπαθεί να βρει τι κοινό στοιχείο έχει με το αγόρι που τρέχει όλη μέρα πάνω – κάτω.
- Είσαι πολύ διαφορετικός από ότι φαίνεσαι τη μέρα, του λέει με δισταγμό.
- Βρίσκεις;
- Είναι σαν να έχω γνωρίσει δύο διαφορετικούς ανθρώπους …
- Μα είμαστε δύο διαφορετικοί άνθρωποι. Με τη μεταμόσχευση θα ταυτιστούν τα δύο μου πρόσωπα και θα γίνουν ένα.
Ο Δημήτρης δεν περίμενε μια τέτοια απάντηση και σοκάρεται ελαφρώς. Ευτυχώς εκείνη τη στιγμή φτάνουν μπροστά στο αγαπημένο μέρος του Δημήτρη.
- Φτάσαμε. Πρόσεξε μη σκοντάψεις στο συρματόσχοινο, είναι δίπλα στις γραμμές.
Στέκονται έχοντας την πλάτη τους στις γραμμές του τρένου και μπροστά τους μια βίλα που φαίνεται μάλλον εγκαταλελειμμένη.
- Τι είναι εδώ; ρωτά ο Αλέξης.
- Αυτή η βίλα είναι διατηρητέα. Δεν κατοικείται τα τελευταία χρόνια αλλά παρ’ όλα αυτά διατηρείται σε καλή κατάσταση. Έλα πάμε από την άλλη μεριά. Έχει καταπληκτική θέα.
Η βίλα είναι χτισμένη σε ένα σημείο που εισχωρεί αρκετά στη θάλασσα σχηματίζοντας έναν μικρό κόλπο. Από την μπροστινή πλευρά της βίλας, που είναι τώρα ο Δημήτρης με τον Αλέξη, βλέπει κανείς τα φώτα των διαδοχικών παραλιακών χωριών και τα φωτάκια από τις βάρκες.
- Είναι υπέροχα εδώ, ψελλίζει σχεδόν ασυναίσθητα ο Αλέξης.
- Δεν είναι σαν να βρισκόμαστε σε πλανητάριο; Εγώ εδώ νιώθω οικουμενικός, σαν να γίνομαι ένα με το σύμπαν, λέει ο Δημήτρης εκστασιασμένος.
Καθισμένοι κάτω από την άμμο κοιτούν αμίλητοι τη θάλασσα. Ο Αλέξης σηκώνεται και πετά ένα πετραδάκι. Είναι ψηλός και φοράει ένα μπλε παντελόνι και άσπρο λινό πουκάμισο. Αν ανεπαίσθητο αεράκι παρασύρει ελαφρά το πουκάμισο διαγράφοντας τη σιλουέτα του. Από κάπου μακριά έρχεται ο ήχος της μουσικής.
- Από πού ακούγεται αυτό; ρωτά ο Αλέξης στρέφοντας το κεφάλι του προς τον Δημήτρη.
- Από ένα κλαμπ που βρίσκεται πιο κάτω … Το τραγούδι «Blackbird» πρέπει να είναι … Αλήθεια, το ξέρεις πως μοιάζεις με τον Perry Blake;
Ο Αλέξης ξεσπά σε έντονο γέλιο, ενώ ο Δημήτρης τον κοιτά με μια διερευνητική διάθεση και του εξηγεί:
- Θα με πιστέψεις; Πέρυσι, όταν άρχισε να εμφανίζεται η γενετική μου παρέκκλιση, είχα πάει σε μια συναυλία του Perry Blake στο Παρίσι. Ήταν νωρίς το απόγευμα και κάποια στιγμή άρχισα να χτυπιέμαι κανονικά, για να διοχετεύσω κάπου την ενέργειά μου. Όλοι νομίζανε πως είμαι ο πιο ένθερμος οπαδός του Blake.
Ο Δημήτρης γέλασε, αλλά δεν ένιωθε άνετα όταν το ζήτημα της γενετικής παρέκκλισης ερχόταν στο προσκήνιο. Του έφερνε στο μυαλό τον άλλο Αλέξη, τον Αλέξη της ημέρας που τον τρόμαζε.
- Θες να γυρίσουμε πίσω; Μπορεί ν’ ανησυχούν και οι άλλοι.
- Ας μείνουμε λίγο ακόμη, απαντά ο Αλέξης. Πες μου κάτι για τον εαυτό σου.
- Τι να πω;
- Πες μου κάτι, οτιδήποτε …
Ο Δημήτρης μένει σιωπηλός, σαν να αγνοεί τις τελευταίες κουβέντες του Αλέξη. Είναι τόσο δύσκολο να του πει αυτό που θέλει. Φαίνεται να ‘ναι βυθισμένος σε έναν κόσμο δικό του.
- Άμα βαρέθηκες τόσο, πάμε, λέει σφιγμένα ο Αλέξης.
Ξαφνικά ο Δημήτρης σαν να ξυπνά από όνειρο του λέει:
- Πες μου για την μεταμόσχευση.
Ο Αλέξης κάθεται ξανά στην άμμο και του λέει:
- Τι θες να μάθεις;
-Ποιος σου έδωσε αυτό το μόσχευμα.
- Γιατί, παίζει κανένα ρόλο αυτό;
- Θέλω να μάθω, επιμένει ο Δημήτρης με μια σχεδόν παιδική απαίτηση σαν να είναι αυτό το μόνο που έχει σημασία αυτή τη στιγμή.
- Οι δότες διατηρούν την ανωνυμία τους.
- Και η γάζα στο γόνατο; Υπάρχει πληγή;
- Όχι, η πληγή έχει θρέψει. Υπάρχει μόνο ένα σημαδάκι.
- Και η γάζα; Γιατί την έχεις;
- Το μόσχευμα στην αρχή πρέπει να προστατεύεται από τον ήλιο.
- Θέλω να το δω, ψελλίζει ο Δημήτρης.
- Τώρα είναι νύχτα, δεν υπάρχει ήλιος.
- Άσε με να το δω …
Ο Αλέξης δεν απαντά και ο Δημήτρης γονατίζει μπροστά του και προσπαθεί να ανασηκώσει το παντελόνι του Αλέξη μέχρι το ύψος του γόνατου. Με τα δάκτυλά του ξεκολλάει σιγά – σιγά όλη τη γάζα.
- Δε φαίνεται, λέει ο Αλέξης, πρέπει να το ψηλαφίσεις για να το αισθανθείς.
Ο Δημήτρης πλησιάζει το πρόσωπό του στο πόδι και ψηλαφά ελαφρά με τη γλώσσα του το γόνατο.
- Δημήτρη, τι κάνεις; Είσαι σοβαρός; Σταμάτα αμέσως, είπε νευριασμένος ο Αλέξης.
- Άσε με, λέει ικετευτικά ο Δημήτρης και συνεχίζει να ψηλαφίζει. Νιώθει μια μικρή κωνοειδή εσοχή. Σηκώνει το κεφάλι και κοιτάζει τον Αλέξη.
- Αυτό είναι … Εκεί μέσα είναι το μόσχευμα, εντάξει; Ηρέμησε τώρα.
Ο Δημήτρης δεν ακούει. Σκύβει και ξαναρχίζει να γλύφει, με ένταση αυτή τη φορά το γόνατο, προσπαθώντας να βάλει τη γλώσσα του όσο γίνεται μέσα στην εσοχή.
- Σταμάτα …, λέει ο Αλέξης με πνιγμένη φωνή.
Μετά από λίγο σταματά, σχεδόν εξουθενωμένος και κάθεται δίπλα του. Ο Αλέξης ξαφνικά τον παίρνει αγκαλιά και αυτός κουλουριάζεται σαν μωρό ακουμπώντας το κεφάλι του στα πόδια. Δεν μιλά, μόνο προσπαθεί να κουλουριαστεί όσο περισσότερο μπορεί.
- Πες μου, ποιο αγκαθάκι υπάρχει στην καρδιά σου; Τι θέλεις από εμένα; ρωτά ο Αλέξης.
Ο Δημήτρης δεν θέλει να πει αυτό που αισθάνεται.
- Θέλω να βγάλω αυτό το μόσχευμα, λέει.
- Αστειεύεσαι … λέει ο Αλέξης
- Θέλω να το βγάλω και να σου δώσω μόσχευμα από το δικό μου γόνατο. Έτσι θα είμαστε ενωμένοι για πάντα. Τίποτα δεν θα μπορέσει να μας χωρίσει και ας μην είμαστε μαζί. Θέλω να βγάλω αυτό το μόσχευμα που μας χωρίζει και να το πετάξω στην θάλασσα, ψιθυρίζει ο Δημήτρης.
- Είσαι τρελός, λέει θυμωμένος ο Αλέξης και τρέχει να απομακρυνθεί.

Την επόμενη μέρα ο Δημήτρης ξύπνησε αργά από τον ήχο της μηχανής που είχε βάλει ο πατέρας του για να κουρέψει το γκαζόν. Βγαίνοντας όμως στον κήπο βλέπει πως δεν είναι ο πατέρας του αλλά ο Αλέξης, ο οποίος αποφάσισε να διοχετεύσει την ενέργειά του σε κάποια χρήσιμη δραστηριότητα. Ξαφνικά, το προηγούμενο βράδυ περνά αστραπιαία μπροστά από τα μάτια του. «Πως μπόρεσα να δείξω τόσο απροκάλυπτα τις διαθέσεις μου και μάλιστα χωρίς να δώσω ούτε μια εξήγηση; Κι όμως ο Αλέξης δεν με αντιμετώπισε τόσο άσχημα. Όσο φανταζόμουν. Μήπως; … Α, μπα … πρέπει να σταματήσω εδώ», σκέφτηκε.
Ο Αλέξης τον χαιρετά και συνεχίζει την προσπάθειά του να κουρέψει το γκαζόν γύρω από το τραπέζι. Ο Δημήτρης μπαίνει μέσα και προχωρά προς την κουζίνα. Οι άλλοι μάλλον θα έχουν πάει για μπάνιο. Πίνοντας τον καφέ του σκέφτεται τρόπους για να αποφύγει τον Αλέξη. Όχι μόνο δεν νιώθει την ανάγκη να του εξηγήσει, κάτι μέσα του τον σπρώχνει να φύγει μακριά του. Όταν τελειώνει λοιπόν τον καφέ του φεύγει με τη σκέψη να πάει σε ένα internet cafe για να διαβάσει τα καινούργια e-mails που τυχόν του είχαν στείλει.
Το απόγευμα, ξυπνώντας από το μεσημεριανό ύπνο, βρίσκει τους άλλους να παίζουν μπιρίμπα και τον Αλέξη να παίζει με μια γάτα της γειτονιάς. Κάθεται μαζί τους, όσο απαιτεί η ευγένεια και μετά πηγαίνει στο δωμάτιό του και αρχίζει να σχεδιάζει … τον Αλέξη.
Η ώρα είναι λίγο μετά τις δύο. Σκέπτεται να ξαπλώσει. Από το υπόλοιπο σπίτι έρχεται ησυχία. «Οι άλλοι σίγουρα θα έχουν κοιμηθεί … Και ο Αλέξης;», αναρωτιέται.
Τότε αρχίζει να τον θυμάται όπως ήταν το προηγούμενο βράδυ. Εντελώς παρορμητικά αποφασίζει πως θέλει να τον δει, να του μιλήσει. Πρέπει να του μιλήσει.
Βγαίνει σιγά – σιγά από το δωμάτιό του και κατευθύνεται προς την πόρτα του δωματίου του Αλέξη που είναι ακριβώς δίπλα. Κοντοστέκεται, για να ακούσει ίσως την ανάσα του καθώς κοιμάται. Ανοίγει προσεκτικά, μπαίνει μέσα στο δωμάτιο, κλείνει την πόρτα πίσω του. Στέκεται ακίνητος για μερικά δευτερόλεπτα. Ο Αλέξης στριφογυρίζει μια φορά στο κρεβάτι, ανοίγει τα μάτια του και χαμογελά.
- Δεν κοιμάσαι;
- Σε περίμενα, άργησες …
- Με περίμενες;
- Δεν νομίζεις πως πρέπει να μιλήσουμε για ό,τι συνέβη χθες το βράδυ; Έλα κάθισε κοντά μου, του λέει κάνοντας χώρο στο κρεβάτι.
- Για να πω την αλήθεια, μέτραγα τις ώρες μέχρι να σε συναντήσω, λέει ο Δημήτρης και του χαϊδεύει απαλά τα μαλλιά.
- Φαίνεσαι κουρασμένος, λέει ο Αλέξης.
- Σχεδίαζα όλο το απόγευμα μέχρι τώρα, λέει ο Δημήτρης και του πιάνει το χέρι.
- …
Ο Δημήτρης χαμογελά γλυκά και του λέει:
- Σε αναζητούσα όλη μέρα, αλλά δεν σε βρήκα πουθενά. Είδα μόνο τον άλλο Αλέξη.
Ο Αλέξης τον κοιτά και ο Δημήτρης συνεχίζει να μιλά.
- Δεν θέλω να βλέπω τον άλλο Αλέξη γιατί μου στερεί εσένα. Ο άλλος Αλέξης με φοβίζει και με κάνει να θέλω να χαθώ, ενώ εσύ … μου χαρίζεις τον κόσμο με μια ματιά. Δεν έχει τίποτα να πεις; συνεχίζει ο Δημήτρης.
- …
- Τουλάχιστον φίλησέ με …
- Δε μπορώ … με καταλαβαίνεις;
Ο Δημήτρης αποτραβιέται. Η διάθεσή του αλλάζει και γίνεται σκυθρωπός.
- Να σε καταλάβω; Γιατί δεν προσπαθείς να με καταλάβεις εσύ; Πες μου μόνο αυτό … τι πρέπει να κάνω για να σ’ έχω;
Ο Αλέξης ανασηκώνεται σαν να προσπαθεί να πει κάτι. Το σεντόνι παραμερίζεται και ένα μέρος του γυμνού κορμιού του ξεπροβάλλει. Ο Δημήτρης σταματά να μιλά, η καρδιά του χτυπά δυνατά και δεν ξέρει που να κοιτάξει. Σηκώνει το βλέμμα του και τον κοιτά ικετευτικά στα μάτια.
- Εντάξει, Αλέξη, ας το αφήσουμε να μείνει έτσι όπως είναι …
Ο Αλέξης τον κοιτά με μια θλίψη. Νιώθει άβολα.
- Λυπάμαι που δεν είμαι έτσι όπως θέλεις εσύ …
Ο Δημήτρης τότε σηκώνεται και πάει προς την πόρτα.
- Καληνύχτα, λέει και φεύγει.

Την επόμενη ημέρα ο Δημήτρης ασχολείται με τις διορθώσεις της προσωπογραφίας του Αλέξη. Δεν βγαίνει από το δωμάτιο παρά μόνο για το μεσημεριανό φαγητό. Τρώει μάλλον από συνήθεια και σαν να μην ακούει την κουβέντα που κάνουν οι άλλοι γύρω του.
- Μετά τον καφέ, φεύγουμε, λέει ο Άρης.
- Λέμε να περάσουμε από την Θεσσαλονίκη, να δούμε λίγο και την μαμά μου, λέει η Βαρβάρα.
Οι γονείς του Δημήτρη δυσαρεστούνται.
- Αφού είναι για ιερό σκοπό, δεν πειράζει. Αρκεί που ανταμώσαμε, λέει η Μαρία.
Ο Δημήτρης μετά το φαγητό φεύγει. Η μητέρα του, του λέει να γυρίσει πίσω κατά τις εννιά για να χαιρετήσει τους φιλοξενούμενους.
- Καλά …, λέει ο Δημήτρης χωρίς να το εννοεί. Το μόνο που δεν τον απασχολεί αυτή τη στιγμή είναι τα ξεπροβοδίσματα. Σαν ναρκωμένος μπαίνει σε ένα internet cafe και κάνει chatting χωρίς να προσέχει τον κόσμο που μπαινοβγαίνει. Όταν κουράζεται γυρίζει να κοιτάξει έξω και βλέπει πως έχει σουρουπώσει. Σηκώνεται από την καρέκλα, βγαίνει έξω και περπατά αδιάφορα στο δρόμο. Ξαφνικά σταματά και κοιτάζει το ρολόι του. «Μπορεί και να τους προλάβω. Ίσως να μην έχουν φύγει ακόμη», σκέφτεται.
Την ίδια ώρα, στο σπίτι οι άλλοι φορτώνουν τα πράγματα στο αυτοκίνητο.
- Μα που είναι ο Δημήτρης; ρωτά ο πατέρας του.
- Μην ανησυχείς. Νεαρός είναι, θα βρήκε κανένα κορίτσι και ξεχάστηκε. Στην ηλικία του κι εμείς τα ίδια δεν κάναμε; είπε ο Άρης και γέλασε πονηρά.
- Δεν πιστεύω να ξεχάσαμε κάτι, είπε η Βαρβάρα.
- Και να ξεχάσατε κάτι, θα είναι αφορμή να τα ξαναπούμε σύντομα, λέει η Μαρία.
Εκείνη τη στιγμή εμφανίζεται ο Δημήτρης.
- Συγνώμη …, λέει ενώ κοιτάζει τον Αλέξη και συμπληρώνει απευθυνόμενος στους άλλους: … που άργησα εννοώ. Δεν κατάλαβα πως πέρασε η ώρα …
- Δεν πειράζει. Καταλαβαίνουμε, απαντά ο Άρης και του κλείνει το μάτι.
Οι δύο οικογένειες αρχίζουν να χαιρετιούνται. Ο Δημήτρης ενώ χαιρετά, ψάχνει να δει στο βλέμμα του Αλέξη κάποια αντίδραση. Δεν υπάρχει τίποτα όμως. Αυτό τον κάνει να δυσανασχετεί. Θέλει να του πει τόσα πολλά, αλλά … είναι και γύρω τους οι άλλοι. Σκύβει και του λέει στο αυτί:
- Μ’ αγαπάς τουλάχιστον;
Ο Αλέξης τον κοιτάζει για μια στιγμή και μπαίνει στο αυτοκίνητο.

Ένα ηλεκτρονικό μήνυμα που έλαβα το μεσημέρι της περασμένης Πέμπτης μου θύμισε πως έπρεπε να επικοινωνήσω με τον Θάνο από το βιβλιοπωλείο του «Πολύχρωμου Πλανήτη» ώστε να με ενημερώσει για τα αποτελέσματα του πρώτου Διαγωνισμού Ομοφυλόφιλου Διηγήματος στην Ελλάδα που διοργάνωσαν οι εκδόσεις «Πολύχρωμος Πλανήτης» τον Ιανουάριο του 2005. Είχα δηλώσει συμμετοχή μ’ ένα διήγημα πολύ διαφορετικό από τον συνηθισμένο τρόπο που γράφω, στη συνέχεια έφυγα για το εξωτερικό, ξεχάστηκα, ερωτεύτηκα, δέχτηκα πολλά δυσάρεστα χτυπήματα από την μοίρα…το ξέχασα εντελώς.
Το διήγημα αυτό μαζί με άλλα εννιά που διακρίθηκαν στον διαγωνισμό περιλαμβάνονται στο βιβλίο «Πρόσεχε την στροφή… και άλλα διηγήματα» με την επιμέλεια του λατρεμένου Τάκη Σπετσιώτη.
Θάνο, σ’ ευχαριστώ πολύ για την υπομονή που έκανες τόσο καιρό και για την ενημέρωση.

Categories: Διήγημα