Μπορείς ν’ αγγίξεις τ’ αστέρια;
- Πες μου τι βλέπεις…
- Βλέπω εσένα, και… μόνο εσένα βλέπω!
- Μη κοιτάς εμένα, μάτια μου…
- Είσαι τόσο όμορφος. Πώς μπορώ να μη σε κοιτώ;
Κοκκινίζει…
- Κοίτα ακριβώς μπροστά σου. Σταμάτα να κοιτάς εμένα.
- Εντάξει …
- Τι βλέπεις;
- Βλέπω … βλέπω τον ορίζοντα.
- … Και;
- Και είναι όμορφος.
- Βρες μια άλλη λέξη γι’ αυτό.
- Είναι κάτι μακρινό.
- Που είναι ο ορίζοντας;
- Τι είναι τώρα αυτό; Ανάκριση; Ή μήπως με πέρασες για τον Λουκά;
- Έλα βρε…, ήθελα απλώς να σε πειράξω.
Χαμογελάει…
- Λοιπόν; Που είναι ο ορίζοντας;
- Είσαι πεισματάρης.
- Είσαι καταπληκτικά όμορφος. Και πολύ χαριτωμένος, αλλά μόνο όταν σε πειράζω.
Γελάει… Τον κοιτώ στα μάτια…
- Λένε ότι ο ορίζοντας είναι μια πλασματική γραμμή, ανάμεσα στον ουρανό και τη θάλασσα.
- … Και;
- Είναι το σημείο όπου ο ουρανός συναντά τη θάλασσα. Και… είσαι τόσο όμορφος.
- Μπορώ να φτάσω στον ορίζοντα;
- Ο ορίζοντας δεν είναι τίποτα. Είναι μία γραμμή που χαράσσεται από ζωγράφους, και για να έχει λόγο ύπαρξης, κάποιος… κάποτε… της έδωσε ένα όνομα. Και το όνομα “ορίζοντας” ακούγεται πολύ σωστό.
- Άρα ο ορίζοντας είναι ένα όνομα και τίποτα άλλο…
- Μάλλον… ναι…
- Και…;
- Και υποθέτω ότι αυτός είναι ο λόγος που είσαι τόσο όμορφος. Δημιουργείς απορίες, με την βεβαιότητα ότι κανείς στο παρελθόν δεν τις σκέφτηκε ποτέ.
- … Σ ‘αγαπώ.
- Το ξέρω.
- Θέλεις να σταματήσουμε να μιλάμε, να σταματήσει να κοιτάμε ο ένας τον άλλο, και να καθίσουμε στο γρασίδι;
- Αμέ.
- Περίμενε, ο ήλιος μόλις βούτηξε στη θάλασσα. Περίμενε μέχρι να βγουν τ’ αστέρια.
- Α! Η νύχτα δεν θα έχει αστέρια απόψε. Βλέπεις, τα σύννεφα κρύβουν τα αστέρια.
- Αυτό είναι λυπηρό.
- Αυτό πιστεύεις;
- Ναι, είναι θλιβερό. Είναι τόσο όμορφο βράδυ.
- Ε, τότε πάμε σπίτι…
- Ας μείνουμε λίγο ακόμα. Για μένα…
- Εντάξει… κύριε Χαρούλη.
- Σ’ ευχαριστώ, κύριε Υπέροχε.
Του τσιμπάω το μάγουλο… Μου χαμογελά.
- Μου λείπει ο Λουκάς.
- Το ξέρω … Είναι εντάξει εκεί… με τη μητέρα μου. Σε παρακαλώ, μη στενοχωριέσαι.
- Αν είναι εντάξει θα είμαι κι εγώ εντάξει. Μου λείπει τόσο πολύ.
- Έπρεπε να φύγει… όπως θα φύγουμε κι εμείς…
- Ναι… Αλήθεια είναι… μετά από τόσα χρόνια… επιστρέφουμε
- Δεν θέλεις;
- Όχι ότι δεν έχει κανένα νόημα… αλλά θα φαίνονται καλά τα αστέρια από την Μπολόνια; Θα μπορούμε να τα αγγίζουμε;
- Τι εννοείς;
- Ξέχνα το…, μια σκέψη ήταν…
Τον κοιτώ και χαμογελώ…
- Είσαι τόσο όμορφος. Κράτησέ το κατά νου. Θέλεις να πάμε σπίτι;
- Σ ‘αγαπώ.
Τον φιλώ.
- Όλα θα είναι εντάξει, μη μου λυπάσαι…
- Θα είναι…
- Κρυώνω… Πραγματικά… Να φύγουμε;
- Φύγε… Θα μείνω λίγο ακόμα…
- Δεν μπορώ να φύγω μόνος… Πως θα γυρίσεις;
- Με τα φτερά…
- Με τι;
- Τίποτα… αστειεύομαι… Εσύ δεν με λες άγγελο;
- Ναι.
Σηκώνεται, και τον φιλώ…
- Τι κρίμα να περιμένουμε να δούμε τ’ αστέρια όταν δεν είμαστε σε θέση να τα αγγίξουμε…


