Αρχείο

Archive for the ‘Διάλογοι’ Category

Μπορείς ν’ αγγίξεις τ’ αστέρια;

- Πες μου τι βλέπεις…

- Βλέπω εσένα, και… μόνο εσένα βλέπω!

- Μη κοιτάς εμένα, μάτια μου…

- Είσαι τόσο όμορφος. Πώς μπορώ να μη σε κοιτώ;

Κοκκινίζει…

- Κοίτα ακριβώς μπροστά σου. Σταμάτα να κοιτάς εμένα.

- Εντάξει …

- Τι βλέπεις;

- Βλέπω … βλέπω τον ορίζοντα.

- … Και;

- Και είναι όμορφος.

- Βρες μια άλλη λέξη γι’ αυτό.

- Είναι κάτι μακρινό.

- Που είναι ο ορίζοντας;

- Τι είναι τώρα αυτό; Ανάκριση; Ή μήπως με πέρασες για τον Λουκά;

- Έλα βρε…, ήθελα απλώς να σε πειράξω.

Χαμογελάει…

- Λοιπόν; Που είναι ο ορίζοντας;

- Είσαι πεισματάρης.

- Είσαι καταπληκτικά όμορφος. Και πολύ χαριτωμένος, αλλά μόνο όταν σε πειράζω.

Γελάει… Τον κοιτώ στα μάτια…

- Λένε ότι ο ορίζοντας είναι μια πλασματική γραμμή, ανάμεσα στον ουρανό και τη θάλασσα.

- … Και;

- Είναι το σημείο όπου ο ουρανός συναντά τη θάλασσα. Και… είσαι τόσο όμορφος.

- Μπορώ να φτάσω στον ορίζοντα;

- Ο ορίζοντας δεν είναι τίποτα. Είναι μία γραμμή που χαράσσεται από ζωγράφους, και για να έχει λόγο ύπαρξης, κάποιος… κάποτε… της έδωσε ένα όνομα. Και το όνομα “ορίζοντας” ακούγεται πολύ σωστό.

- Άρα ο ορίζοντας είναι ένα όνομα και τίποτα άλλο…

- Μάλλον… ναι…

- Και…;

- Και υποθέτω ότι αυτός είναι ο λόγος που είσαι τόσο όμορφος. Δημιουργείς απορίες, με την βεβαιότητα ότι κανείς στο παρελθόν δεν τις σκέφτηκε ποτέ.

- … Σ ‘αγαπώ.

- Το ξέρω.

- Θέλεις να σταματήσουμε να μιλάμε, να σταματήσει να κοιτάμε ο ένας τον άλλο, και να καθίσουμε στο γρασίδι;

- Αμέ.

- Περίμενε, ο ήλιος μόλις βούτηξε στη θάλασσα. Περίμενε μέχρι να βγουν τ’ αστέρια.

- Α! Η νύχτα δεν θα έχει αστέρια απόψε. Βλέπεις, τα σύννεφα κρύβουν τα αστέρια.

- Αυτό είναι λυπηρό.

- Αυτό πιστεύεις;

- Ναι, είναι θλιβερό. Είναι τόσο όμορφο βράδυ.

- Ε, τότε πάμε σπίτι…

- Ας μείνουμε λίγο ακόμα. Για μένα…

- Εντάξει… κύριε Χαρούλη.

- Σ’ ευχαριστώ, κύριε Υπέροχε.

Του τσιμπάω το μάγουλο… Μου χαμογελά.

- Μου λείπει ο Λουκάς.

- Το ξέρω … Είναι εντάξει εκεί… με τη μητέρα μου. Σε παρακαλώ, μη στενοχωριέσαι.

- Αν είναι εντάξει θα είμαι κι εγώ εντάξει. Μου λείπει τόσο πολύ.

- Έπρεπε να φύγει… όπως θα φύγουμε κι εμείς…

- Ναι… Αλήθεια είναι… μετά από τόσα χρόνια… επιστρέφουμε

- Δεν θέλεις;

- Όχι ότι δεν έχει κανένα νόημα… αλλά θα φαίνονται καλά τα αστέρια από την Μπολόνια; Θα μπορούμε να τα αγγίζουμε;

- Τι εννοείς;

- Ξέχνα το…, μια σκέψη ήταν…

Τον κοιτώ και χαμογελώ…

- Είσαι τόσο όμορφος. Κράτησέ το κατά νου. Θέλεις να πάμε σπίτι;

- Σ ‘αγαπώ.

Τον φιλώ.

- Όλα θα είναι εντάξει, μη μου λυπάσαι…

- Θα είναι…

- Κρυώνω… Πραγματικά… Να φύγουμε;

- Φύγε… Θα μείνω λίγο ακόμα…

- Δεν μπορώ να φύγω μόνος… Πως θα γυρίσεις;

- Με τα φτερά…

- Με τι;

- Τίποτα… αστειεύομαι… Εσύ δεν με λες άγγελο;

- Ναι.

Σηκώνεται, και τον φιλώ…

- Τι κρίμα να περιμένουμε να δούμε τ’ αστέρια όταν δεν είμαστε σε θέση να τα αγγίξουμε…

Άπιστος Θωμάς

- Είναι πολύ δύσκολο να το παίζω αδιάφορος όταν βρίσκεσαι μπροστά μου

- Αλήθεια;

- Ναι… ξυπνούν μέσα μου βρώμικες σκέψεις… Ξανά… και ξανά

- Πόσο βρώμικες;

- Εξαιρετικά βρώμικες… για παράδειγμα τα αξύριστα μάγουλά σου να βόσκουν στο ευαίσθητο εσωτερικό των μπουτιών μου… Αυτή η σκέψη είναι ικανή να με καυλώσει… Θέλω να κάνω τόσα πολλά για σένα…

- Αλήθεια;

- Αλήθεια άπιστε Θωμά…

- Τι θέλεις να κάνεις για μένα; Μήπως αυτό που έκανες τις προάλλες που ενώ μιλούσα με τη μητέρα μου μ’ έκανες ν’ αλλάζω τον ήχο της φωνής μου παίζοντας με το χέρι σου τον πούτσο μου;

- Πες μου ότι δεν σου άρεσε;

- Όχι, δεν μου άρεσε…

- Τότε γιατί με ψιλο-χάιδευες κι εσύ;

- Κάτι με ενοχλούσε…

- Παραδέξου ρε γαμώτο ότι καύλωσες

- Τι περιμένεις να παραδεχτώ;

- … την βρώμικη σκέψη που έκανες εκείνη τη στιγμή…

- Σκεφτόμουν πως ήσουν στην άλλη άκρη της γραμμής με τον πούτσο στο χέρι και άφηνα τα χείλια μου να τυλιχτούν γύρω από τη χοντρή βάλανό σου

- Ντροπή σου!

- … ήθελα να είμαι κι εγώ εκεί να παρακολουθώ και να αισθάνομαι την εμπειρία σου και να δοκιμάζω τον εαυτό μου…

- Με καύλωσες!

- Ναι;

- Πιάσε να δεις πόσο σκληρός είναι ο πούτσος μου…

- Δεν χρειάζεται να τον πιάσω… τον βλέπω…

- Βλέπεις ε; Όπως σ’ έβλεπα κι εγώ το πρωί να κουνάς πέρα-δώθε με τα δάχτυλα τα αρχίδια σου και να τρίβεις με την παλάμη τον πούτσο σου;

- Με παρακολουθείς;

- Σε παρακολουθούσα και φανταζόμουν τον εαυτό μου να λυγίζει σιγά-σιγά πάνω από τον πούτσο σου και το στόμα μου να τον αγγίζει… να τον κερδίζει… να τον φιλοξενεί…

- Πάνω-κάτω σκεφτόμαστε τα ίδια πράγματα…

- Πάνω-κάτω κάνουμε τις ίδιες βρώμικες σκέψεις…

- Μη το λες τόσο θριαμβευτικά… Ξέρεις πόσο μοιάζουμε…

- Καλά… Δεν θριαμβολογώ!

- Έτσι μπράβο… Σεμνά και ταπεινά…

- Νομίζω ότι ήρθε η ώρα να σου πω την δική μου βρώμικη σκέψη…

- Φρόντισε να με καυλώσεις πιο πολύ…

Categories: Διάλογοι

Ζαν ντ’ Αρκ

Σεπτεμβρίου 29, 2009 Αλέξανδρος Γράψτε ένα σχόλιο

«Σ’ αγαπώ»

«Τι;»

«Είπα: Σ’ αγαπώ»

«Δεν μπορείς»

«Γιατί όχι;»

«Γιατί είμαι υποκριτής… ψεύτης»

«Εγώ σ’ αγαπώ… έτσι κι αλλιώς»

«Είμαι γεμάτος προβλήματα και λέω κρύα ανέκδοτα»

«… ακόμα σ’ αγαπώ»

«Είμαι εσωστρεφής και καταθλιπτικός»

«Θα προσπαθώ καθημερινά να σε κάνω να χαμογελάς»

«Δεν μπορώ να εμπιστευτώ τους ανθρώπους εύκολα»

«… ούτε αυτό δεν μπορεί να με σταματήσει»

«Είμαι μοναχικός»

«Εγώ είμαι εδώ… δεν μπορείς να προχωρήσεις στη ζωή χωρίς αγάπη»

«Δεν αξίζω την αγάπη σου… Ξέρω κάτι άλλο που μπορείς ν’ αγαπήσεις»

«Εγώ ξέρω μόνο εσένα»

«Αγάπησε κάτι άλλο ρε παιδί μου… Αγάπησε μια γάτα»

«Τι;»

«Αγάπησε μια γάτα… Όχι εμένα»

«Όχι. Εγώ εσένα αγαπώ»

«Δεν καταλαβαίνω την επιμονή σου»

«Ούτε εγώ, αλλά ξέρω ότι σ’ αγαπώ»

«Πως το ξέρεις;»

«Δεν ακούς μια εσωτερική φωνή να σου το λέει… έτσι;»

«Εσύ ακούς φωνές;»

«Όχι μόνο αυτό… ακούω και την απάντηση της καρδιάς μου… Εσύ;»

«Κι εγώ… Ζαν ντ’ Αρκ»

Categories: Διάλογοι

Γιατί έτσι μ’ αρέσει

Σεπτεμβρίου 22, 2009 Αλέξανδρος Γράψτε ένα σχόλιο

Ο Μιχάλης μου χαμογελάει, αλέθοντας με τα δάχτυλα τον πούτσο του…

Τον προσέχω μέσα από τον καθρέφτη και αισθάνομαι τον πούτσο μου να σηκώνεται και να τρίβεται στο τραχύ ύφασμα του τζιν παντελονιού μου

«Θέλεις να σου μιλώ βρώμικα μέχρις ότου χύσεις;», τον ρωτάω…

Χαμογελάει…

Το παντελόνι μου δεν αντέχει άλλο την πίεση της στύσης μου…

«Όχι…», μου απαντά και δαγκώνεται… «… αν δεν βαριέσαι…», μου λέει

Τον αγαπώ που είναι τόσο ευγενικός… Δεν θέλει να με κουράσει…

«Πες μου, ειλικρινά, αν θες… έχω τόσα να σου πω», του λέω… και αρχίζω να μουρμουρίζω κάποια, σαν δείγμα, για να καταλάβει τι έχω στο μυαλό μου…

Τον ακούω να αναστενάζει… Με το ελεύθερο χέρι του τρίβει τις ρόγες του στήθους του…

«Πες μου έτσι όπως με βλέπεις, τι θέλεις να μου κάνεις…», μου λέει…

Τον πλησιάζω από πίσω και μουρμουρίζω στο αυτί του κοιτάζοντάς τον πάντα μέσα από τον καθρέφτη… Πιέζω τον λόφο που έχει σχηματίσει η ανέγερση του πούτσου μου ενάντια στο κορμί του και του δίνω ένα φιλί στον λαιμό…

Ο Μιχάλης γλείφει τα χείλια του, κλείνει τα μάτια του και αργά φέρνει κι άλλα δάχτυλα για να τον βοηθήσουν να φέρει εις πέρας την μαλακία που τραβάει…

«Θέλω να γονατίσω και να πάρω τον πούτσο σου στο στόμα μου…», του λέω…

«Μμμ…», αναστενάζει…

«Όχι, άλλαξα γνώμη… Θέλω να γονατίσω και να μου γαμήσεις το στόμα με τον πούτσο σου…», του λέω…

Τον ακούω που ασθμαίνει συνεχίζοντας την προσπάθειά του με τη δική μου πλέον βοήθεια…

«… και μετά θέλω να με βάλεις στο κρεβάτι και να γαμήσεις έως ότου σε ικετεύσω να σταματήσεις…», του λέω… βογκώντας… ανίκανος να συνεχίσω την σκέψη μου…

Με αρπάζει από τα μαλλιά και με τραβάει πάνω του έως ότου μπορέσει να συνθλίψει τα χείλια του πάνω στα δικά μου… Μετατρέπομαι σε ένα άβουλο ον… Βλέπω τα ρούχα μου να λεκιάζονται εξαιτίας μιας πρόσφατης ποσότητας σπέρματος που ρέει από τον πούτσο του…

«Περίμενε να χύσω και μετά θα σε γαμήσω… Ακούς; ΘΑ ΣΕ ΓΑΜΗΣΩ…», μου λέει… φωναχτά…

«Φωνακλά!…», του λέω κάνοντάς του παρατήρηση… «… θα ξυπνήσεις όχι μόνο τους γείτονες, αλλά και τον Λουκά…»

Ο Μιχάλης χαμογελά… Τεντώνει τα δάχτυλά του, ανοίγει την χούφτα του και στρίβει μέσα της τον πούτσο του.. Σχεδόν αμέσως εκσπερματώνει… Το σπέρμα του πετάγεται σαν αψίδα, φτάνοντας μέχρι το ύψος των χεριών μου, τη στιγμή μάλιστα που είμαι έτοιμος να του χαϊδέψω τις μπούκλες…

«Έτσι μ’ αρέσει…», μου λέει… και χαμογελάει…

Categories: Διάλογοι

Ηλίανθοι

«Σου έχω μια έκπληξη…», μου λες, έχοντας τα χέρια πίσω από την πλάτη σου

Κάθομαι στην άκρη του κρεβατιού κι εσύ στέκεσαι ακριβώς μπροστά μου… Ο αέρας που μπαίνει από το ανοικτό παράθυρο μου υπενθυμίζει ότι ο καιρός έχει αρχίσει να γίνεται πλέον δροσερός… Για μια στιγμή με πιάνει νοσταλγία για όλα όσα έχουν συμβεί αυτό το καλοκαίρι… Θυμάμαι τα λεπτά, τις ώρες που ξοδέψαμε μαζί για να κάνουμε την αγάπη μας ν’ ανθίσει… Αν και η διάρκεια των φετινών διακοπών μας ήταν πολύ μικρή και πίστευα πως το καλοκαίρι που πέρασε ήταν το χειρότερο της ζωής μου, σήμερα συνειδητοποιώ πόσο λάθος έκανα… Με το κρύο του φθινοπώρου να μας απειλεί, μπορώ να πω ότι δεν θέλω να τελειώσει το καλοκαίρι… η ομορφιά του καλοκαιριού… η ομορφιά που μόνο το καλοκαίρι μπορεί να προσφέρει…

«Τι είδους έκπληξη;», σε ρωτώ χτενίζοντας αδέξια τα μαλλιά μου που από την πολύ ξάπλα έχουν σηκωθεί προς τα πάνω σαν να είμαι σκαντζόχοιρος…

«Ποιο είναι το αγαπημένο σου λουλούδι;», με ρωτάς…

«Δεν έχω μόνο ένα… είναι πολλά…», σου απαντώ… «… γιατί;», σε ρωτώ…

Χαμογελάς…

«Κάτι κρύβεις πίσω από την πλάτη σου…», σου λέω…

Χαμογελάς ξανά…

«Θα μου πεις… ή θα μου δείξεις;», σε ρωτώ…

Φανερώνεις μια ανθοδέσμη με ηλίανθους και το πρόσωπό μου φωτίζεται σαν να βλέπω ήλιο… Χαμογελώ σαν παιδάκι… Σκέφτομαι αμέσως τη ζεστασιά του χαμόγελού σου, τη ζεστασιά του κορμιού σου… και χαμογελώ ακόμα πιο πλατιά…

«Γιατί μου τα πήρες;», σε ρωτώ…

«Δεν συνηθίζεται να πηγαίνουμε λουλούδια στους ασθενείς;», με ρωτάς…

«… και όχι μόνο… Και στους πεθαμένους συνηθίζεται…», σου απαντώ…

«Βλάκα!», μου λες…

«Μπουμπούνα…», σου λέω…

«Δεν έπρεπε να σου φέρω;», με ρωτάς…

«Μου άρεσαν πάρα πολύ…», σου απαντώ…

«Σίγουρα, ε;», με ρωτάς…

«Σίγουρα…», σου απαντώ…

Με κοιτάς με δυσπιστία…

«Κοίταξέ με στα μάτια…», μου λες…

Κοιτάζουμε ο ένας τον άλλο… έτσι όπως πρέπει…

«Έλα στην αγκαλιά μου για να με πιστέψεις…», σου λέω…

Στο πρόσωπό σου εγκαθίσταται ένα χαμόγελο… ευτυχίας

«Σε πίστεψα…», μου λες…

Κοιτάζω επίμονα τα τεράστια μάτια του…

«Τι είναι όλα αυτά που μου κάνεις;», σε ρωτώ…

Στηρίζω το κεφάλι μου στον ώμο σου και κλείνω τα μάτια μου… Μετά από δέκα λεπτά τα ανοίγω…

«Κοίταξε…», ψιθυρίζεις στο αυτί μου… «… δεν είναι όμορφοι οι ηλίανθοι;», με ρωτάς…

«Είναι…», απαντώ…

Μου πιάνεις το ένα χέρι και αμέσως μετά το άλλο… Φέρνεις τόσο κοντά το πρόσωπό σου στο πρόσωπό μου, που μπορώ να το αγγίξω με τη μύτη μου… Σκύβω και σε φιλώ… Χαμογελάς… Φυσώ την ανάσα μου σε μια από τις μπούκλες σου… Παρασύρομαι μέσα στα μάτια σου…

Χαλάς την ανθοδέσμη, παίρνεις έναν ηλίανθο και μου τον προσφέρεις…

«Υπόσχομαι ότι δεν θα σταματήσω ποτέ να κάνω πράγματα για σένα…», μου λες

«Αλήθεια;», σε ρωτώ…

«Σου λέω την τίμια αλήθεια…», μου λες

Σκέφτομαι ότι και οι ηλίανθοι από σήμερα είναι το νέο αγαπημένο μου λουλούδι…

Τσιγάρο και φιλιά

Σεπτεμβρίου 5, 2009 Αλέξανδρος 3 σχόλια

Μέσα στο σκοτάδι λάμπει το κόκκινο της κάφτρας του τσιγάρου που καπνίζω… Το τινάζω… το ακουμπώ για λίγο στο αυτοσχέδιο τασάκι και το επιστρέφω αμέσως ανάμεσα στα χείλια μου… Οι σκέψεις μου περιπλανιούνται ξανά και ξανά σε όσα ζω τις τελευταίες ημέρες και καταλήγουν στον σύντροφο της ζωής μου… και τότε, συνειδητοποιώ την ηλιθιότητά μου… Κάπνισα, ενώ δεν έπρεπε… Και τώρα; Τι θα κάνω αν θελήσει να μου δώσει ένα φιλί, απ’ αυτά τα παθιασμένα που συνηθίζει να μου δίνει; Πριν προλάβω να ολοκληρώσω την σκέψη μου για το αν θα είναι γλυκό ή πικρό το φιλί, αισθάνομαι τα χείλια του πάνω στα δικά μου… Όχι δεν τον περίμενα να έρθει τόσο γρήγορα, αλλά δεν μπορούσα να κάνω και κάτι… Κλείνω τα μάτια μου και αισθάνομαι ένα ακόμα φιλί… ένα παρατεταμένο φιλί… Κι έτσι όπως ανασάνω, βγάζω όλο τον καπνό που είχα αποθηκευμένο μέσα στα πνευμόνια μου…

«Κάπνισες;», με ρωτάει…

«Θυμήθηκα ότι μπορώ να καπνίσω ένα τσιγάρο την ημέρα…», του απαντώ…

«Όχι όμως από την πρώτη εβδομάδα…», μου λέει…

«Δεν δικαιούμαι κι εγώ μια χαρά;», τον ρωτώ… και του χαμογελώ τόσο ναζιάρικα που όχι να μου θυμώσει δεν είναι σε θέση, αλλά στοιχηματίζω ότι ίσως να είναι αυτός που θα μου προσφέρει και θα μου ανάψει το δεύτερο…

Μου χαμογελά κι αυτός και με φιλάει ξανά… Τα χείλια του είναι μαλακά και η γλώσσα του ελέγχει την ποσότητα των σάλιων που ξεφεύγουν από το στόμα μου… Δοκιμάζει να με φιλήσει με ακόμα περισσότερο πάθος… Με τραβά πιο κοντά του… Αισθάνομαι να με σπρώχνει με ολόκληρο το κορμί του… Με κρατά στην αγκαλιά του και με φιλά… Χαλαρώνω περαιτέρω μέσα στα χέρια του… Κατόπιν ανοίγω τα μάτια μου και κοιτάζω τα μάτια του…

«Θύμισε μου πόσο όμορφα ανάβεις ένα τσιγάρο…», του λέω…

«Όχι…», μου λέει…

«Κάπνισέ το εσύ μετά, εγώ θέλω μόνο να σε δω να το ανάβεις…», του λέω…

«Τι θα κάνω μ’ εσένα;», με ρωτάει…

«Ένα τσιγάρο… και δεν θα σου ζητήσω τίποτα άλλο…», του απαντώ…

Τον βλέπω να το ανάβει και να το ακουμπά, χαλαρά, στα χείλια του…

«Μόνο να πάρω μια γεύση…», του λέω…

«Όχι…», μου λέει…

«Δεν θα το ρουφήξω… να το ακουμπήσω θέλω… σε παρακαλώ…», του λέω…

Μου βάζει ο ίδιος το τσιγάρο στο στόμα… προλαβαίνω και εισπνέω λίγο καπνό προτού μου το τραβήξει…

«Μετά τα φιλιά σου το επόμενο καλύτερο πράγμα είναι το τσιγάρο…», του λέω…

Σηκώνω το κεφάλι μου προς τα πάνω και φυσώ τον καπνό με δύναμη μέχρι να τον φτάσω κοντά στο ανοικτό παράθυρο…

«Μια ακόμη φορά…», του ζητώ…

Είμαι προσεκτικός στον τόνο της φωνής μου για να έχω κάποια ελπίδα…

Παρατηρώ ένα συνοφρύωμα στα χείλια του…

«Πες πως είμαι μέλισσα και το τσιγάρο η γύρη… Δεν μπορείς να μου το στερήσεις… μπορείς;», του λέω…

Είναι έτοιμος να με κατηγορήσει για αδυναμία, το ξέρω… Τρίβω με το χέρι μου τα δάχτυλά του…

Πέφτει πάνω μου και με φιλάει, όχι άγρια, αλλά παθιασμένα… Ξεχνάει για λίγο την αποστροφή του στον καπνό και με φιλάει…

Και αυτή τη φορά, που δεν θα είναι η τελευταία, και την επόμενη φορά… και την αμέσως επόμενη φορά, θα συνεχίσω να πιστεύω ότι το καλύτερο πράγμα… η δεύτερη επιλογή μετά τα φιλιά του, είναι το τσιγάρο…

Categories: Διάλογοι

Κάτω από το μπουρνούζι

Τον βλέπω στην παραλία προτού με δει αυτός…

Φοράει ένα λευκό μπουρνούζι που φτάνει μέχρι το ύψος των γόνατών του και κρύβει τα μάτια του μ’ ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου, που όμως δείχνουν τεράστια για το πρόσωπό του, … Το ελαφρύ αεράκι κάνει τις μπούκλες του να ταλαντεύονται γύρω από τους ώμους του… Αντί για σαγιονάρες, φοράει αθλητικά, πάνινα παπούτσια, σε φωτεινό κόκκινο χρώμα για να ξεχωρίζει μέσα στο πλήθος… Μου αρέσουν πολύ αυτά τα παπούτσια. Δεν αποτυγχάνουν ποτέ  να με καυλώσουν…

Ενώ βρίσκομαι πολύ κοντά του, σκύβει και του δίνω ένα φιλί…

«Έβαλες ζελέ στα μαλλιά σου…», μου λέει και χαμογελάει…

«Κάτι που θυμίζει αυτό το μπουρνούζι…», του λέω και του χαμογελώ…

Τεντώνομαι στα δάχτυλα των ποδιών μου και του δίνω ένα ακόμα φιλί… Καθόλου περιέργως, αισθάνομαι πολύ άνετα, παρόλο τον κόσμο που βρίσκεται στην παραλία την ίδια χρονική στιγμή…

«Το δανείστηκα…», μου λέει…

«Το πήρες από την ντουλάπα μου…», του λέω…

«Όχι, το δανείστηκα…», μου λέει ξανά… Με διορθώνει και μου δίνει ένα φιλί…

«Για ποιο λόγο;», τον ρωτώ, πραγματικά περίεργος…

«Για να κρύψω αυτό που φορώ από κάτω…», μου απαντά… μ’ ένα πραγματικά αναιδές χαμόγελο…

Καταλαβαίνω ότι κάτι άλλο συμβαίνει… κάτι μου ετοιμάζει…

Αισθάνομαι την καρδιά μου να χτυπά δυνατά

«Και τι είναι αυτό που φοράς;», τον ρωτώ…

Σκύβει και μου δίνει ένα φιλί ακριβώς στον λοβό του αυτιού…

«Τίποτα…!», μου ψιθυρίζει…

Categories: Διάλογοι

Πες μου το… ξέρεις εσύ

Μου αρέσει να του μιλάω πρόστυχα και να βλέπω τα μάγουλά του να κοκκινίζουν…

Ξέρω πώς να χρησιμοποιώ τη φωνή μου, να επιλέγω λέξεις με την δεξιότητα που ένας βιολιστής γλιστράει το τόξο του πάνω σ’ ένα Στραντιβάριους

Με τον ήχο της φωνής μου είμαι ικανός να τον κάνω να λιώσει σε μια λακκούβα στο πάτωμα

Τον τραβάω στην αγκαλιά μου, τον κρατάω σφικτά και του λέω…

«Πες μου… γάμησέ με… Θέλω να σ’ ακούσω να μου το λες… γάμησέ με…»

Με κοιτάει στα μάτια σαν να μην έχει πει ποτέ στη ζωή του… γάμησέ με… Αν το παραδεχόταν, θα τον πίστευα… δείχνει τόσο αθώος… Χαμηλώνει για λίγο το βλέμμα του σαν να ετοιμάζεται να κάνει μια σκανδαλιά… παίρνει μια βαθιά ανάσα και κάνει μια προσπάθεια… Τον ακούω να μου λέει:

«Γάμησέ με… παρακαλώ…»

Στο τέλος της φράσης μου χαμογελά…

«Το είπα όσο καλύτερα μπορούσα… Σε έπεισα;», με ρωτάει…

«Αν δεν έλεγες… παρακαλώ στο τέλος θα ήταν καλύτερα…», του απαντώ μειλίχια…

Μου χαμογελάει…

«Πες το μου ξανά χωρίς το παρακαλώ… πες μου μόνο… γάμησέ με… μου είναι αρκετό…», του λέω…

Το μόνο που χρειάζομαι είναι ν’ ακούσω την φωνή του και τίποτα άλλο…

«Πες το μου όπως το λες συνήθως… ξέρεις εσύ… σαν να το απολαμβάνεις…», του λέω… συμβουλευτικά…

Ξέρω ότι αυτή τη στιγμή η καρδιά του χτυπάει δυνατά…

Γλιστρώ την καυτή ανάσα μου στο αυτί του καθώς του ψιθυρίζω…

«… σαν να βρίσκεσαι στο χείλος του οργασμού…», του λέω…

Οι λέξεις μου κυλούν αργά πάνω στην γλώσσα μου..

«… όπως όταν σου παίρνω πίπα…», του λέω…

Η φωνή μου τρέμει…

«Θέλεις να σε γαμήσω;», τον ρωτώ…

«Γάμησέ με…», μου απαντά…

«Επιτέλους… το είπες…», του λέω…

Κλείνω τα μάτια μου… Ολόκληρο το κορμί μου βουίζει στην απάντησή του…

Categories: Διάλογοι

Μαλαγάνα

Το κινητό τηλέφωνο δονείται και χτυπά με τον ήχο κουδουνίσματος που έχω εγκαταστήσει για να ξεχωρίζω τις δικές σου κλήσεις… Είναι ο ήχος… το τραγούδι που έχω συνδέσει μ’ εσένα… Πατώ το κατάλληλο πλήκτρο και απαντώ…

- Γεια

- Τι κάνεις;

- Καλά. Εσύ; Πως είσαι;

- Σ’ αγαπώ

Χαμογελώ…

- Θέλω να σου πω κάτι

- Πες

- Κάτι σημαντικό

- Ένα λεπτό… ένα λεπτό… να βγω από το γραφείο για να σε ακούω καλύτερα…

- Για να με ακούς καλύτερα ή για να καπνίσεις τσιγάρο;

- Σε ακούω πολύ σοβαρό…

Για καλό και για κακό βγαίνω από το γραφείο παίρνοντας μαζί μου το πακέτο με τα τσιγάρα, τον αναπτήρα και έναν φάκελο με προσχέδια, δήθεν ότι πάω να τα φωτοτυπήσω… Αν με προσέχει κάποιος τόσο καιρό θα έχει καταλάβει ότι πάντα κάνω το ίδιο πράγμα… Τρέχω σαν παράφρονας, σαν να μου επιτίθεται ένας μίνι τυφώνας πανικού, και κατευθύνομαι προς στο χώρο που επιτρέπεται το κάπνισμα, για υπερβολικά μεγάλο διάστημα… Στο χώρο αυτό, περπατώ πάνω-κάτω, συνήθως είμαι μόνος… είμαι από τους λίγους που συνεχίζουν να καπνίζουν… δεκαπέντε με είκοσι είμαστε όλοι-όλοι κατά τύχη με καταγωγή από τα Βαλκάνια… Αισθάνομαι τον χώρο αυτό τόσο οικείο, σαν να είναι δικός μου και έχω καταφέρει, επειδή τον επισκέπτομαι συχνά, όποιος άλλος μπαίνει μέσα να τον βλέπω σαν φιλοξενούμενο… Μιλώ συνήθως όρθιος, μερικές φορές όμως κάθομαι σε μια καρέκλα και κοιτάζω έξω… έξω από το τεράστιο παράθυρο… Μιλώ, και ξεχνώ που βρίσκομαι… η κάθε περίπτωση, η κάθε λεπτομέρεια γίνεται σημαντική… μια μεγάλη υπόθεση που πρέπει επειγόντως να επιλυθεί… Μιλώ και καπνίζω… Το τσιγάρο τελειώνει, ανάβω άλλο… κι άλλο… Καπνίζω πάλι και πάλι…

- Τι νέα;

Αναρωτιέμαι αν πήρε για να μου πει ότι θα με αφήσει. Δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτός είναι ο μόνιμος φόβος μου… Φοβάμαι ότι θα με αφήσει και επειδή δεν έχει το θάρρος να μου το πει κατάμουτρα, θα μου το πει τηλεφωνικά… ή το χειρότερο… θα μου στείλει μήνυμα… Ίσως γι’ αυτό έχω επιλέξει ένα πρόγραμμα σύνδεσης που δεν μπορώ ούτε να λάβω, ούτε να στείλω γραπτά μηνύματα… Έχω πάρει τα μέτρα μου, σαν τη στρουθοκάμηλο…

- Ο Λουκάς έφαγε, έπαιξε για λίγο… και τώρα που κοιμάται, ηρέμησα… σε σκέφτηκα… και… θα ήθελα πολύ να είμαστε μαζί… και να μοιραστούμε ένα τσιγάρο…

Ανάβω κι άλλο τσιγάρο…

- Αυτό ήθελες να μου πεις;

- Αυτό. Σε σκέφτομαι…

Είμαι έτοιμος να φωνάξω από χαρά… και φωνάζω… και μετά απλώνω τα χέρια και με το ιταλικό μου ταμπεραμέντο ζητώ συγνώμη από τους γύρω (που δεν υπάρχουν, έτσι κι αλλιώς είμαι μόνος μου)… ζητώ συγνώμη που φωνάζω γιατί είμαι ερωτευμένος και δεν μπορώ να συγκρατήσω τα συναισθήματά μου… είναι μεγάλη υπόθεση αυτό, να είσαι ευγενικός με τους γύρω σου… δεν μπορούν όλοι να είναι ερωτευμένοι, κι αν είναι… δεν είναι τόσο ερωτευμένοι όσο είμαι εγώ…

- Γιατί φωνάζεις;

- Γιατί υπάρχεις…

- Σοβαρέψου… σε παρακαλώ…

Χρονομετρώ ομοιόμορφα τα λεπτά… αναστενάζω… παίρνω αναπνοές… βαθιές εισπνοές… τονίζω στο μυαλό μου τις λέξεις του… τις δίνω τη σημασία που θέλω εγώ να δώσω… Βάζω σ’ ένα τσουβάλι τον φόβο μου μήπως και μ’ αφήσει και το πετώ στο κενό…

- Ανησύχησες για κάτι;

- Όχι… αλλά κάτι είπες για τσιγάρο… και… να, βρίσκομαι στη φάση που θέλω να το κόψω…

- Να κόψεις το τσιγάρο; Εσύ; Αφού κόψεις πρώτα τα χέρια σου, φαντάζομαι…

- Περίμενα ότι θα μου έλεγες κάτι άλλο…

- Σαν τι;

- Ε… χμ… μήπως συνέβη κάτι στον Λουκά… μήπως ήπιε κάτι κατά λάθος…

- Α!

- Ουπς… συγνώμη… Ξέρω πόσο ευσυνείδητος είσαι…

- Α!

- Ξέρεις πόσο σ’ αγαπώ… περισσότερο από κάθε τι άλλο… Σ’ αγαπώ όπως η νύχτα το φεγγάρι… Όπως ο ουρανός τ’ αστέρια… Και όταν δεν είμαστε μαζί, με πιάνει φόβος… μια ανησυχία…

- Είσαι μεγάλη μαλαγάνα…

- Επειδή σ’ αγαπώ;

- Αυτό ήθελα να σου πω κι εγώ… ότι θα σ’ αγαπώ για πάντα…

Έχεις βολευτεί…

- Μωρό μου, μπορώ να σου πω κάτι;

- Ναι…

- Μπορεί ν’ ακουστεί κάπως περίεργο…

- Εντάξει…

- Δεν είμαι σίγουρος αν πρέπει να σου το πω…

- Πες μου το και θα συζητήσουμε τις λεπτομέρειες αργότερα…

- Εντάξει…

- Εντάξει;

- Ναι…

- Σ’ ακούω…

Με κοιτάζει στα μάτια…

Παραμένω σιωπηλός

- Γιατί δεν ακούω κάτι;

- Εντάξει… Έχεις βολευτεί για τα καλά…

- Έχω βολευτεί… Τι σημαίνει αυτό;

- Ναι…

- Έχω βολευτεί;

- Ναι…

- Καλά…

- Καλά;

- Τι σημαίνει αυτό, μπορείς να μου εξηγήσεις;

- Όχι… Απλά, έχεις βολευτεί…

Με κοιτάζει… Με κοιτάζει επίμονα στα μάτια…

- Για να το λες εσύ…

- Τι; Δεν θα με ρωτήσεις γιατί σου το είπα;

- Όχι…

- Ώστε έτσι; Τι δυσκολεύεσαι να καταλάβεις απ’ αυτό που είπα;

- Τίποτα δεν καταλαβαίνω…

- Γιατί δεν καταλαβαίνεις; Είσαι μπουμπούνας;

- Ξέρεις ότι μπορώ να νευριάσω και να σε χτυπήσω;

- Μπορείς;

Μετά από μια σύντομη πάλη, μετράμε απώλειες… ηρεμούμε τις αναπνοές μας

Κάθεται πάνω μου…

- Θέλεις κι άλλο;

Χαμογελάει…

- Ίσως…

- Καλά… Πες μου για ποιο λόγο έχω βολευτεί

- Για πολλούς…

- Αστειεύεσαι…

- Είμαι σοβαρός…

- Κι εγώ.. Πες μου τι εννοούσες…

- Φίλησέ με…

Πέφτει πάνω μου. Κλείνει το στόμα μου με το στόμα του… Το κορμί μου τρέμει… Το κορμί του πάλλεται… Οι σάρκες μας τρίβονται στα σεντόνια… και τα χρώματα αλλάζουν… αποκτούν σκιές κόκκινες… και πορτοκαλί… και ροζ… Οι αναπνοές μας γεμίζουν η μια το στόμα του άλλου… Ο ιδρώτας από την αύξηση της θερμοκρασίας χάνεται εγκαίρως… Οι γλώσσες χορεύουν συγχρονισμένα… γίνονται ξίφη και βέλη… στροβιλίζονται… προωθούνται… υποχωρούν… πειράζουν… κάνουν βουτιές στο αβίαστο των στομάτων… Τα κορμιά μας συναρμολογούνται… κινούνται χωρίς εντολή…

- Κάπως έτσι;

- Μπορούσες να με φιλήσεις και πιο καλά… Αλλά… έχεις βολευτεί…

- Τι;

- Θέλεις να σου απαντήσω ή να με φιλήσεις;

- Γαμιέσαι!

Categories: Διάλογοι

Η αγάπη του πατέρα

Αυγούστου 4, 2009 Αλέξανδρος 3 σχόλια

Κάθομαι στο πάτωμα με την πλάτη στον τοίχο και αγκαλιάζω στοργικά τον Λουκά που δεν σταματά να κινείται στο στήθος μου, κάμπτοντας τα γόνατά του.. Τον κρατώ προσεκτικά όπως πρέπει να κρατάμε οτιδήποτε αγαπάμε… Είμαι σίγουρος πως και οι δυο επιπλέουμε στα κύματα της ευτυχίας… Ο Μιχάλης μας κοιτάζει και τους δυο… επίμονα, αν και οι μπούκλες πέφτουν στα μάτια του ως σκιές δαντέλλας…

- Πες μου για τον πατέρα σου…

- Τι θέλεις να σου πω;

- Τα πάντα…

- Πρέπει να με ρωτήσεις πιο συγκεκριμένα για να σου απαντήσω…

- Σε αγκάλιαζε έτσι όπως αγκαλιάζεις εσύ τον Λουκά;

- Θέλεις να μάθεις… πραγματικά;

- Ναι…

- Μη πεις μετά ότι δεν σε προειδοποίησα…

- Όχι…

- Ο πατέρας μου, όσο φωτεινός άνθρωπος κι αν ήταν… όσο ευφυής κι αν ήταν… ήταν παγιδευμένος στην άρνησή του για μένα… Ήταν τυφλός…

- Δεν έβλεπε;

- Δεν έβλεπε συναισθηματικά… χαζούλη…

- Δεν καταλαβαίνω… Εξήγησέ μου…

- Ο πατέρας μου μπορούσε να με δει μέσα από ένα δικό του πρίσμα… είχε μια ιδιαίτερη άποψη για μένα, ειλικρινή, αλλά ταυτόχρονα μπερδεμένη… Με έβλεπε σαν… απόβλητο… Στο λευκό το δικό του ήμουν το μαύρο και ανάμεσα σ’ αυτά τα δυο χρώματα δεν υπήρχε χώρος για το γκρι… Δεν ήταν συζητήσιμος, αντιστεκόταν σε κάθε άποψη που ερχόταν σε σύγκρουση με τη δική του… Διοργάνωνε συζητήσεις η μητέρα μου, σαν μεσολαβητής, αλλά μόλις ακουγόταν κάτι διαφορετικό έστω και με επιχείρημα, έβαζε τις φωνές… Και έτσι έμαθα να μην εκφράζομαι… Και έτσι έμαθα, από ευγένεια, να αποσύρομαι… να φεύγω από το δωμάτιο όσο το δυνατό γρηγορότερα…

- Ακούγεται άσχημο…

- Εσύ με ρώτησες…

- Έπρεπε να το είχα υποψιαστεί…

- Πιθανώς… από τι;

- Από τον τρόπο που συμπεριφέρεσαι στον Λουκά…

- Αυτό είναι ένα μεγάλο θέμα…

- Συμπεριφέρεσαι σαν να μην είσαι εσύ, αλλά κάποιος άλλος που θα ήθελες να είσαι και για τον Λουκά… και για σένα… Συμπεριφέρεσαι σαν ένα εντελώς διαφορετικό πρόσωπο…

- Στο παιδί σου πρέπει να δείχνεις αγάπη, αλλά ταυτόχρονα να του μαθαίνεις ότι η αγάπη βλάπτει… σαν τον πόνο…

- Σωστά… αλλά εσύ τον αγαπούσες, έτσι δεν είναι;

- Ανεξάρτητα από το πόσο σκληρός ήταν, υπήρχαν στιγμές που ήταν και νηφάλιος… κυρίως όταν αρρώστησε… Όταν ο άνθρωπος αφήνει να φανούν οι αδυναμίες του, όταν βγάζει τη μάσκα του αδιάλλακτου από το πρόσωπό του… τότε τον δέχεσαι έτσι όπως είναι… κατάλληλος…

- Κατάλληλος, γιατί;

- Για να σου δείχνει πόσο καλός πρέπει να γίνεις εσύ… Ζώντας κοντά σε μια συνεχή πηγή απογοήτευσης, δεν μπορεί παρά να γίνεις κάτι διαφορετικό… εντελώς διαφορετικό… Πολλές φορές οι συμπεριφορές σε τραντάζουν… και ή σε παγιδεύουν σε μια ζωή που δεν μπορείς να ζήσεις ή σε οδηγούν να κάνεις μια τίμια αξιολόγηση του εαυτού σου και να εξελιχθείς… Παίρνεις ορμή και αυτή την ορμή σου τη δίνει συνήθως η μητέρα που σε πονάει… που σε πονάει από την πρώτη στιγμή που σε συλλαμβάνει μέχρι το υπόλοιπο της ζωής της… σε καταλαβαίνει… Σε καταλαβαίνει γιατί η γυναίκα είναι πάντα αυτή που «βλέπει» τον γάμο σαν μια διαδικασία διαπραγμάτευσης… διαπραγματεύεται την προσωπική της ζωή, άλλοτε και την ελευθερία της, για να αποκτήσει παιδιά

- Και για τον άντρα ισχύει αυτό…

- Δεν ξέρω…

- Εγώ πιστεύω ότι τόσο για την μητέρα σου, όσο και τον πατέρα σου ίσχυαν τα ίδια όνειρα… οι ίδιες επιθυμίες…

- Ίσως… Πάντως εγώ ένοιωθα ότι περπατούσα πάνω σ’ ένα σχοινί… μέσα σε όρια… έντρομος, με τον φόβο ότι αν τα παραβιάσω θα πυροδοτήσω τον παράλογο θυμό του… θα έρθω αντιμέτωπος με τις φωνές σου… θα γίνω αποδέκτης της επίπληξής του.

- Και τώρα;

- Τώρα;

- Τώρα… μετά τον θάνατό του…

- Όταν ο άνθρωπος ξέρει… καταλαβαίνει ότι θα πεθάνει… όταν έρχεται πρόσωπο-πρόσωπο με τον θάνατο και δεν υπάρχει κάτι ή κάποιος για να το αλλάξει, ανοίγει την καρδιά του… σαν ένα είδος συγνώμης για τον πόνο που μπόλιασε στις ζωές των άλλων…

- Σ’ αγάπησε… σωστά;

- Έπρεπε…

- Έπρεπε να σ’ αγαπήσει…

- Μπορεί κάποιος να το «ακούσει» πολύ εγωιστικά αυτό… αλλά έπρεπε…

- Ίσως δεν μπορούσε…

- Ίσως να μ’ αγάπησε, αλλά δεν μπόρεσε να το δείξει… ίσως ήταν απλά ανίκανος στο να δείχνει την αγάπη του…

- Συμβαίνει αυτό…

- Ναι..

- Και αν σ’ αγάπησε;

- Πρέπει να μπω στη διαδικασία να φανταστώ την αγάπη του… Πρέπει να δημιουργήσω… να ξαναγεννήσω τον πατέρα μου για να το νιώσω… κι επειδή δεν μπορώ… γίνομαι εγώ ο πατέρας που θα ήθελα να είχα, για τον Λουκά…

- Για προσπάθησε να φανταστείς…

- Δεν μπορώ…

Πιάνομαι από τα χέρια του… τα χέρια μου… τα χέρια του, τα χέρια του Λουκά… γίνονται μια μάζα…

- … ακόμη κι αν περάσουν ένα εκατομμύριο χρόνια

Ετοιμάζεται να πει κάτι… είναι έτοιμος να μιλήσει… τον σταματώ μ’ ένα φιλί…

- Ξέρεις κάτι;

- Τι;

- Δεν χρειάζεται να μπω σε καμία διαδικασία, γιατί τώρα έχω εσάς…

Βλέπω δάκρυα να συγκεντρώνονται στα μάτια του

- Σας αγαπώ… και τους δυο… το ίδιο… εξίσου…

Ακουμπώ το κεφάλι μου στο στήθος του…

Στηρίζει το πηγούνι του στα κοντοκουρεμένα μαλλιά μου.

Συνέχισε…

Γυρίζει το κεφάλι του προς το μέρος μου και ανοίγει αργά τα μάτια του…

«Καλημέρα, όμορφε…», του λέω και τον κοιτώ επίμονα στα όμορφα, βαθιά, καφετιά μάτια του…

Χαμογελάει και σηκώνει τα χέρια του για να με αγκαλιάσει στοργικά… Δεν τα καταφέρνει, αλλά αρκεί η προσπάθεια…

Χαμογελώ και τον φιλώ απαλά στη μύτη…

Τον κοιτάζω στα μάτια…

«Έχει και λίγο πράσινο το χρώμα των ματιών σου…», του λέω…

«… και πορτοκαλί, επίσης… Γιατί δεν φοράς τα γυαλιά σου όταν ξυπνάς το πρωί;», με ρωτάει και μου ανακατεύει τα μαλλιά…

Γελάμε και οι δυο… Βάζω τα χέρια μου στους ώμους του και τρίβω το μέτωπό μου στο μέτωπό του… Χτενίζω τις μπούκλες του και τις στηρίζω πίσω από τ’ αυτιά του… Γλιστράει τα χέρια του στο κορμί μου… γύρω από την μέση μου… με τραβάει κοντά του… Φέρνω το πόδια μου ανάμεσα στα δικά του, ανασηκώνω το κορμί μου και το προσγειώνω πάνω στο δικό του… Αναπνέω στο πρόσωπό του… Αναπνέει κι αυτός… Και οι δυο αναπνέουμε σκληρά…

«Μωρό…», ξεκινώ να του λέω, αλλά με σταματά… μ’ ένα φιλί… Μ’ ένα φιλί κόβει τις υπόλοιπες λέξεις μου… Με την γλώσσα του ποτίζει ελαφρά τα σάλια μου…

«Μωρό…», λέω… κάνω δεύτερη προσπάθεια να του πω αυτό που θέλω…

«Τι;», με ρωτάει… «… δεν χρειάζεται να μιλάς…», μου λέει…

«Μια λέξη μόνο… δυο λέξεις…», του λέω… του ζητώ…

«Για ν’ ακούσω…», μου λέει…

«Σ’ αγαπώ…», του λέω…

«Μου το είπες χθες βράδυ…», μου λέει… χαμογελάει… με πειράζει…

«Το είπα μέσα από τα δόντια μου και φοβήθηκα μήπως δεν άκουσες…», του λέω…

«Και περίμενες να ξημερώσει για να μου το πεις;», με ρωτάει…

«Αυτό έβλεπα στο όνειρό μου… ότι σου έλεγα σ’ αγαπώ…», του απαντώ…

«Για πες μου το ξανά… τώρα…», μου ζητά…

«Πρέπει να μου το πεις κι εσύ όμως αν μ’ αγαπάς…», του λέω…

«Σου το ‘χω πει πολλές φορές…», μου λέει…

Αρχίζω να τον φιλώ πάλι… αρπάζοντάς τον από τους ώμους και τρίβοντας με τα δάχτυλα του ποδιού μου τα πόδια του…

«Όταν αγαπάς, δεν βαριέσαι ποτέ να το λες… αυτό ξέρω εγώ…», του λέω…

«Μ’ ένα σ’ αγαπώ ξεκινάμε κι αλλού καταλήγουμε…», μου λέει…

Αφήνω τους ώμους του και χαμηλώνω τα χέρια του στη μέση και αργά προς τα πίσω… πιο χαμηλά…

Γλιστρώ το χέρι μου μέσα στη πυτζάμα του και ανακαλύπτω πως δεν φοράει εσώρουχο… Τον κοιτάζω έντονα στα μάτια… έντονα μόνο για ένα δευτερόλεπτο…

«Τι έχεις προγραμματίσει για σήμερα;», τον ρωτώ…

«Εγώ; Τίποτα…», μου απαντά με μια υποκριτική αθωότητα και ένα μικρό χαμόγελο στο πρόσωπό του…

Επαναλαμβάνω το φιλί και τσιμπώ τα κωλομέρια του… Η καύλα, μ’ ένα κύμα επείγουσας ανάγκης με μεταμορφώνει και καθοδηγεί κάθε κίνησή μου… Ο πούτσος μου σηκώνεται γρήγορα… Είμαι έτοιμος να τον συντρίψω… Τυλίγω τα χέρια μου ξανά γύρω από την μέση του… Προσέχω το βλέμμα του… Γλείφω τον λαιμό του… το στήθος του… Τον ακούω που αναστενάζει… Βογγητά έντονης επιθυμίας βγαίνουν από το στόμα του καθώς κινώ το στόμα μου αργά… ολοένα και πιο χαμηλά… Παρατηρώ την διόγκωση του πούτσου του μέσα από την πυτζάμα… Ένας δυνατότερος αναστεναγμός από το στόμα του φτάνει στα αυτιά μου… Τραβώ κάτω την πυτζάμα του… Σταματώ και τον κοιτάζω στα μάτια…

«Είσαι σίγουρος ότι θέλεις να προχωρήσω;», τον ρωτώ…

«Ακριβώς…», μου απαντά… μ’ έναν έντονο ερωτισμό στη φωνή του…

«Όμορφα. Δεν μπορώ να περιμένω άλλο… Σε χρειάζομαι… Σε χρειάζομαι πολύ…», του λέω…

«Συνέχισε…», μου λέει…

Categories: Διάλογοι

Επιχείριση: Δυο ξένοι

Ιουλίου 17, 2009 Αλέξανδρος 7 σχόλια

Ανεβαίνω με τις κυλιόμενες σκάλες στο εκδοτήριο του κινηματογράφου, ακουμπώντας το κινητό τηλέφωνο στο αυτί μου… Είμαι περίεργος να δω την εξέλιξη και την κατάληξη αυτού του σχεδίου… αυτού του παιχνιδιού… Το σχέδιο, δικής μου έμπνευσης, είναι να βρεθούμε στην ίδια κινηματογραφική αίθουσα, να δούμε το ίδιο έργο, από διαφορετικές θέσεις… σαν να είμαστε δυο ξένοι… Δυο ξένοι, ένα ζεστό βράδυ στο Μπρούκλιν, γεμάτο κουνούπια… Αισθάνομαι λίγο περίεργα… Από μακριά μπορώ να τον δω να βγαίνει από το αυτοκίνητο… Απαντάει στην κλήση που του κάνω…

- Έρχεσαι;

- Ναι… εσύ;

- Είμαι ήδη μέσα…

Συναντιόμαστε μπροστά στο εκδοτήριο, κρατώντας ανοιχτά τα κινητά μας για να επικοινωνούμε…

- Ένα εισιτήριο για το «Brüno», παρακαλώ

Παίρνω το εισιτήριο και προχωρώ προς τα μέσα. Από το ακουστικό του κινητού μου ακούω την φωνή του…

- Ένα εισιτήριο για το «Brüno», παρακαλώ

Πλήρωσα δώδεκα δολάρια. Αυτός επτά… Χρησιμοποιεί ακόμα το φοιτητικό του πάσο… Βαδίζουμε και οι δυο προς τον νεαρό που στέκεται δίπλα από την είσοδο στην αίθουσα… Παίρνει τα εισιτήριά μας και τα σχίζει στα δυο, επιστρέφοντάς μας το ένα στέλεχος…

- Η δεύτερη σειρά στ’ αριστερά… μου λέει… Η τέταρτη σειρά στα δεξιά… του λέει…

Κρατάμε τα κινητά μας ανοιχτά… Τον βλέπω να στέκεται στην ουρά για να αγοράσει κάποιο σνακ… Στο διπλανό ακριβώς ταμείο δεν περιμένει κανένας… Ο βλάκας! Γιατί περιμένει στην ουρά; Στέκομαι μπροστά στον υπάλληλο και είμαι έτοιμος να παραγγείλω…

- Τι θα πάρεις;

- Ζαχαρωτά!

- Μπλιάχ! Γιατί όχι σοκολάτα;

- Δεν θέλω σοκολάτα

- Τι λες για ποπ κορν;

Ακούω το χαμόγελό του. Αν γυρίσω, θα το δω κιόλας…

- Καλή ιδέα

Με το ποπ κορν στο χέρι μπαίνω μέσα στην αίθουσα…

- Ακόμα περιμένεις;

- Είμαι έτοιμος να παραγγείλω

Μέσα στην αίθουσα, αναβαίνω τα σκαλοπάτια για να φτάσω στο κάθισμα μου. Με ρωτά που βρίσκομαι… με ρωτά που βρίσκεται η θέση μου…

- Ψηλά… κάθισμα οκτώ

- Πάντα στην κορυφή…

Τον βλέπω να μπαίνει μέσα… Μετρά τα καθίσματα μέχρι την κορυφή…

- Στην απέναντι σειρά, δώδεκα καθίσματα πιο κάτω είμαι εγώ…

- Σε βλέπω…

- Και τι περιμένεις;

Ανάμεσά μας παρεμβάλλονται άλλα έξι ζευγάρια και τρεις οικογένειες… Τις καθημερινές, σπάνια, συναντάς πολύ κόσμο στον κινηματογράφο… Όλοι τους καταναλώνουν αναψυκτικά και ποπ κορν…

- Υπάρχουν πολλά κενά καθίσματα. Θα έρθω και θα καθίσω πίσω σου…

- Και γιατί όχι δίπλα μου;

Κατεβαίνω τα σκαλοπάτια… Κάθομαι δίπλα του, αφήνοντας όμως μια άδεια θέση… Με κοιτάζει και μου χαμογελά. Το ίδιο κάνω κι εγώ… Μπορώ να δω την αύρα του να γεμίζει την άδεια θέση… Του πετώ ποπ κορν χαμογελώντας. Η ταινία θα ξεκινήσει από λεπτό σε λεπτό…

- Και τώρα… τι;

- Κάθισε αναπαυτικά και απόλαυσε την ταινία…

Μου χαμογελά…

- Δεν μπορώ. Σ’ αγαπώ…

- Κι εγώ

Categories: Διάλογοι

Ερωτική σκηνή

Δεν θα μπορούσαμε να είχαμε στηθεί πιο αδέξια έξω από την πόρτα της κρεβατοκάμαρας προσπαθώντας να την ανοίξουμε χωρίς όμως να ξεφύγουμε ο ένας από την αγκαλιά του άλλου…

- Ν’ ανοίξω τα φώτα;

- Όπως θες…

- Να τ’ αφήσω κλειστά;

- Ό, τι θες…

- Θέλεις να κοιταζόμαστε;

- Δεν ανοίγεις καλύτερα την πόρτα να περάσουμε;

- Τι είναι αυτό στην τσέπη σου;

- Το τηλέφωνό μου…

Τα χέρια του γλιστράνε γύρω από το κορμί μου… νωχελικά… όπως πάντα… αλλά με κρατούν κοντά του…

Κρατώ το πρόσωπό του στα χέρια μου καθώς τα χείλια μας ενώνονται και ανταλλάσουν φιλιά… γενναία… πολύ γενναία…

- Περίμενε…

Μπαίνουμε στην κρεβατοκάμαρα. Το σκοτάδι μας τυλίγει… Βγάζουμε τα παπούτσια μας, την μπλούζα μου, το πουκάμισό του, τα παντελόνια μας… τις κάλτσες του…

- Γιατί φοράς ακόμα κάλτσες;

- Γιατί σου αρέσουν οι πορνό ταινίες της δεκαετίας του ’80…

- Είσαι αστέρι…

Του χαϊδεύω το κεφάλι και μου χαμογελά χαριτωμένα…

- Ν’ ανοίξουμε το κλιματιστικό;

Ακουμπάει το γόνατό του στην άκρη του κρεβατιού και περιμένει την απάντησή μου…

- Μόνο αν μου υποσχεθείς ότι θα ιδρώσεις έτσι κι αλλιώς…

- Δεν ήταν απαραίτητο να το πεις αυτό…

Έχει ένα ύφος! Ένα ύφος! Χαμογελάει… Σκύβει το κεφάλι… Χαμογελώ… Σκύβω κι εγώ το κεφάλι… Τον πλησιάζω. Φιλιόμαστε… Χαμογελάει… Τον φιλώ με όλο μου το είναι…

Πέφτουμε στο κρεβάτι. Ακουμπά το χέρι του σαν μαξιλάρι πίσω από το κεφάλι του. Περιμένει…

- Βλέπεις το σημάδι στον τοίχο;

- Ποιο σημάδι;

- Αυτό… Προσπάθησα να το καθαρίσω το πρωί

- Τι σημάδι είναι αυτό; Από κουνούπι;

- Όχι. Από το σπέρμα σου… Και σου έχω πει να προσέχεις…

- Προσέχω…

- Θα σου βάλω GPS…

- Θα προσέχω…

- Χύνεις στον αέρα και το σπέρμα σου γίνεται ένα αστέρι ανάμεσα στ’ αστέρια…

- Αφού σου αρέσουν τ’ αστέρια…

- Όχι στον τοίχο μου…

- Με τι το καθάρισες;

- Με ό, τι βρήκα πρόχειρο…

- Σου έχω πει… να φορώ προφυλακτικό…

- Φόρεσε…

- Που είναι;

- Βρήκα…

- Περιμένεις να το ανοίξω εγώ;

- Περίμενε… Τεμπέλη…

- Το ‘χεις;

- Το ‘χω…

Χαμογελάει…

Τα μάτια του έχουν χρώμα γκρι…

- … το γκρι της ομίχλης…

- Δεν βλέπεις την τύφλα σου…

Φιλιόμαστε…

- Ωχ…

- Σε πόνεσα;

- Όχι…

- Όχι;

- Όλα καλά…

- Αν σε πόνεσα, να σταματήσω…

- Συνέχισε…

Αναστενάζω…

Λαχανιάζει…

Κοιτάζω τα μάτια του… Τα κρατά κλειστά, κατά το ήμισυ…

Σφίγγω τα δόντια μου… Με το ένα χέρι τσαλακώνω το σεντόνι και με το άλλο αφήνω δαχτυλιές στον τοίχο, πάνω ακριβώς από το κρεβάτι…

- Αισθάνομαι να σ’ έχω μέσα μου σαν μωρό…

- Ναι, μαμά;

Η φωνή του ακούγεται εντελώς ραδιοφωνική…

Κρύβω τα δάχτυλά μου μέσα στις μπούκλες του…

Δεν περιμένω να χύσει… Και να χύσει δεν θα καταλάβω τίποτα εξαιτίας του προφυλακτικού…

Categories: Διάλογοι

Σαν τραγούδι ερωτικό

«Τι κάνεις;», με ρωτάς παρακολουθώντας να χορεύω κυκλικά τα δάχτυλά μου πάνω στο κορμί σου…

«Δεν ακούς;», σε ρωτώ…

«Δεν ακούω τίποτα… Είσαι καλά;», με ρωτάς και ακουμπάς το χέρι σου στο μέτωπό μου για να ελέγξεις την θερμοκρασία μου…

Απλώνω το χέρι μου πάνω στο δικό σου και τα δάχτυλά μας μπερδεύονται… μπερδεύονται και γλιστράνε στα κορμιά μας…

«Κλείσε τα μάτια σου…», σου ψιθυρίζω…

Διστάζεις για ένα μόνο δευτερόλεπτο, αλλά τα κλείνεις μ’ έναν ρυθμό αργό…

«Τώρα, άκουσε τους χτύπους της καρδιάς σου… καρδιά μου…», του λέω… χαμηλόφωνα… τρυφερά, συντονίζοντας την ανάσα μου με την δική σου…

«Ακούω έναν ήχο σαν να πετούν πεταλούδες…», μου ψιθυρίζεις…

«Αυτό είναι το στομάχι μου… βλάκα… Την καρδιά σου άκουσε…», σου λέω…

«Και οι πεταλουδίτσες;», ρωτάς…

«Μη στενοχωριέσαι για τις πεταλουδίτσες… Θα πετάξουν στον αέρα… στο φως…», σου απαντώ…

Ίχνη ιδρώτα σχηματίζονται πάνω από τα χείλια σου…

«Άκου την καρδιά σου και στον ήχο που ακούς βάλε λόγο.. βάλε στίχους για να τους τραγουδήσουμε θριαμβευτικά σαν χορωδία αγγέλων», σου λέω…

Ένα χαμόγελο εμφανίζεται στο πρόσωπό σου…

Αφήνεις τα δάχτυλά σου να χορέψουν με τα δικά μου… κυκλικά πάνω στο κορμί σου…

Categories: Διάλογοι

Πάντα τόσο υγρός

Γλιστράς το δάχτυλό σου πάνω στο σλιπ μου και το κρύβεις μέσα στο μπροστινό άνοιγμα, τρίβοντας το ξαναμμένο κεφάλι του πούτσου μου… Το τρίβεις, πάνω-κάτω… πάνω-κάτω… πείθοντας μια διάφανη σταγόνα σπέρματος όμοια με δάκρυ, να κυλήσει… Μετακινείς το δάχτυλό σου και σκουπίζεις το σπέρμα…

«Τόσο υγρός… πάντα τόσο υγρός…», σχολιάζεις…

Σκουπίζεις το δάχτυλό σου στο σλιπ και προσπαθείς να μου το κατεβάσεις… αλλά σε σταματώ…

«Όχι ακόμα…», σου λέω…

Συνεχίζεις να τρίβεις τον πούτσο μου πάνω από το ύφασμα του σλιπ και συγχρόνως τρίβεις και τον δικό σου πούτσο… Κατεβάζω το βλέμμα μου και κοιτάζω με θαυμασμό το έργο σου…

«Αν και τεράστιος, είναι τόσο χαριτωμένος όταν σου σηκώνεται…», σου λέω…

Παρατηρείς την υγρότητα του πούτσου μου να έχει δημιουργήσει μια κηλίδα στο σλιπ μου…

«Έχω κάτι που πραγματικά θα σε κάνει να βραχείς…», μου λες και βγάζεις την γλώσσα σου…

Ανατριχιάζω κα μόνο στη σκέψη να γλιστράει η γλώσσα σου πάνω στο δέρμα μου… Δεν μπορώ να αρνηθώ…

«Τι θα κάνεις;», σε ρωτώ…

«Θα δεις… κατέβασε το σλιπ σου ή βγάλε τον πούτσο σου έξω…», μου απαντάς…

Μέχρι να το κατεβάσω, φέρνεις την γλώσσα σου πάνω στο σλιπ και το υγραίνεις περισσότερο με τα σάλια σου που είναι τόσο διάφανα όσο και τα χύσια μου… Να πάρει, είσαι τόσο προκλητικός όταν παίζεις με την γλώσσα σου. Μόνο η γλώσσα σου έχει τη δύναμη να μετακινεί τον πούτσο μου…

«… και δεν έχεις δει τίποτα ακόμα…», μου λες…

Τραβάς το σλιπ από τον καβάλο έτσι ώστε να δεις σιγά-σιγά τον πούτσο μου να ξεδιπλώνεται και να ικετεύει για ένα σου χάδι…

«Έλα εδώ…», λες… όχι σ’ εμένα, αλλά στον πούτσο μου…

Τον τυλίγεις μέσα στην χούφτα σου, αφήνοντας στην θέση τους τα αρχίδια μου…

Τον τραβάς προς το μέρος σου… Με το άλλο σου χέρι ξεκινάς να τραβάς μαλακία στον πούτσο σου…

Μια ακόμη σταγόνα διάφανου σπέρματος στάζει από τη σχισμή της ουρήθρας μου, βλέποντάς σε και μόνο…

Τραβάς μαλακία με τόσο μίσος… Ο πούτσος σου έχει πάρει μια περίεργη κλίση…

Αποδεσμεύεις τον πούτσο μου και τον αφήνεις να πέσει στα γόνατά σου… Γονατίζω αμέσως… πέφτω στα τέσσερα… Το στόμα μου έχει την πιο κατάλληλη θερμοκρασία για τον πούτσο σου… Τον πιπιλίζω και τον βάζω στο στόμα μου… Τρίβω τα αρχίδια σου… Άλλη μια σταγόνα σπέρματος, μικρή σαν μπιζέλι, τρέχει κατά μήκος του πούτσου μου…

Σάλια στάζουν από το στόμα μου… ίσως να είναι και τα χύσια σου…

Συνεχίζω να πιπιλίζω κρατώντας με τα χείλια μου σταθερό τον πούτσο σου… Τον βγάζω για λίγο έξω και τρίβω την βάλανό σου στα χείλια μου… στο πηγούνι μου… σε ολόκληρο το πρόσωπό μου… Δεν αφήνω το στόμα μου άδειο για πολύ ώρα… Τον χώνω ξανά μέσα… πιπιλίζοντας… τρίβοντας… Θέλω να χύσεις μέσα στο στόμα μου…

Σου ανανεώνω το χρόνο για να τελειώσεις όσο πιο εντυπωσιακά γίνεται…

Τρίβεις τον πούτσο σου στις αμυγδαλές μου… Ετοιμάζεις τα χύσια σου για μένα… Στο μεταξύ τα δικά μου χύσια στάζουν από τον πούτσο μου στα πόδια σου, καλύπτοντας τα δάχτυλά σου

Χύνεις κι εσύ…

Categories: Διάλογοι

Η άρση του εμπάργκο

«Αυτό σου συμβαίνει κάθε πρωί;», ρωτώ…

«Ποιο αυτό;», απαντά…

«Αυτό… να σου σηκώνεται…», λέω…

«Δεν ξέρω…», λέει…

«Πως γίνεται να μη ξέρεις;», ρωτώ…

«Καλά… μερικές φορές σηκώνεται όταν ξυπνώ, και μερικές φορές όχι…», απαντά…

«Α, αυτό συμβαίνει;», ρωτώ…

«Σε όλους τους άντρες συμβαίνει…», λέει…

Χαμογελάει…

Χαμογελάω κι εγώ…

«Έ, όχι και σε όλους… μερικές φορές ναι, και μερικές φορές όχι…», λέω…

«Σε άλλους σηκώνεται όταν ξυπνούν, σε άλλους όταν κοιμούνται…», λέει…

«Όταν κοιμούνται;», ρωτώ… «… οι δύστυχοι», λέω…

Ρουφώ τις μύξες μου… Ξέρω ότι του αρέσει αυτό…

«Έτσι είναι η πρωινή στύση…», λέει…

«Πρωινή στύση; Α! Και είχα ακούσει τόσα πολλά, αλλά πίστευα ότι ήταν ένας μύθος… σαν το τέρας του Λοχ Νες», λέω…

Γελάει…

Γελάω κι εγώ…

Απλώνω το χέρι μου… προς τον πούτσο του… τον χαϊδεύω αργά συνεχίζοντας τη συζήτηση…

«Είναι ωραίο να ξυπνάς έτσι…», λέω…

«Αν έχεις και καλό βοηθό…», λέει…

Κρατώ τον πούτσο του… σταθερά… ψιλοβρέχω τον πούτσο του με σάλια και αρχίζω να τον τρίβω και με τα δυο μου χέρια… και με τα εννιά μου δάχτυλα… με πρόθεση… πιο απαιτητικά…

«Μη με αγγίζεις…», λέει…

«Να μη σε αγγίξω;», ρωτώ…

«Μη μου πεις μετά ότι σου πονάει το δάχτυλο…», λέει…

«Ποιο δάχτυλο;», ρωτώ…

Χαμογελάει…

Χρησιμοποιώ και τα δυο χέρια μου διαδοχικά… Γλιστρώ τα δάχτυλα μου από το κεφάλι του πούτσου του μέχρι τη βάση… με το αριστερό χέρι… και στη συνέχεια με το δεξί… Αλλάζω χέρι, πιάνω τον πούτσο του με δύναμη… πιο σφικτά… Με την τριβή αυξάνω τη θερμότητα…

Επιβραδύνω…

Είναι έτοιμος να χύσει…

Με πυροβολεί με το σπέρμα του…

Με χαστουκίζει με τα χύσια του…

Η ορμή τους είναι τέτοια που θα μπορούσαν να τρυπήσουν το ταβάνι…

Σκύβω και γλείφω τον πούτσο του… Συγκεντρώνω τα χύσια του στο στόμα μου… Στη συνέχεια το ανοίγω και του δείχνω την γλώσσα μου να κολυμπάει στο σπέρμα του…

Κοιτάζω επίμονα τα μάτια του και αναρωτιέμαι… διάολε… αν έπρεπε να ξεκινήσει πιο νωρίς η άρση του εμπάργκο…

Categories: Διάλογοι

Ανελέητη τιμωρία

Τα φιλιά μου σταματούν να είναι τρυφερά καθώς συνεχίζει να με φιλάει παντού… Με κομμένη ανάσα και οι δυο προσέχουμε την επόμενη κίνησή μας… Κινδυνεύουμε από σίγουρη πτώση στο πάτωμα… Το στόμα του κυριαρχεί στο πρόσωπό μου και τα χείλια του γλιστρούν χαμηλότερα καψαλίζοντας τον λαιμό μου και τους γυμνούς μου ώμους… Με αναστεναγμούς και κοφτές κραυγές προσπαθώ να τον ικετεύσω να μη σταματήσει να με φιλάει… Ανελέητα τιμωρώ τον πούτσο του που υγραίνει το γόνατό μου, παγιδεύοντάς τον ανάμεσα στα μπούτια μου… Βλέποντας την γκριμάτσα πόνου στο πρόσωπό του, χαλαρώνω το σφίξιμό μου… Με κακές λέξεις πληγώνει το δέρμα μου… Τραβιέται προς τα πίσω και με κοιτάζει στα μάτια…

«Γιατί το έκανες αυτό;», με ρωτάει…

«Έτσι…», του απαντώ και του βγάζω την γλώσσα έξω…

«Τώρα θα δεις…», μου λέει…

Η φωνή του είναι ζεστή… ή σκληρή… δεν μπορώ να ξεχωρίσω…

«… θα με παρακαλάς να σταματήσω και δεν θα σ’ ακούω…», μου λέει…

Τινάζω τις βλεφαρίδες μου…

«Χαζός είμαι να σου πω να σταματήσεις;», τον ρωτώ…

Φέρνει το κεφάλι του πιο κοντά στο πρόσωπό μου… Τα μάτια του είναι σκοτεινά… σκοτεινότερα από ποτέ…

«… μη σταματήσεις ποτέ αν δεν θες…», του λέω… χαμογελώντας και κλαψουρίζοντας ταυτόχρονα…

Κατσαρώνω περισσότερο τις μπούκλες του, κοιτάζοντας πάντα τα διαπεραστικά μάτια του…

«Είσαι ένας εγωιστής… δεν μ’ αγαπάς…», μου λέει…

Γελάει από μέσα του… το καταλαβαίνω… Μου λέει τις λέξεις που ξέρει ότι θα τσιμπήσω μόλις τις ακούσω…

Πλέκω τα δάχτυλά μου στις μπούκλες του… και φυτεύω πολλά φιλιά στον λαιμό του… Προς στιγμή έχω το πλεονέκτημα… τουλάχιστον αυτό φαίνεται…

Αισθάνομαι ξανά τον πούτσο του να υγραίνει το γόνατό μου…

Ακούω τα βογγητά του και βλέπω τα μάτια του να σκουραίνουν…

«Τι θέλεις να μου κάνεις;», τον ρωτώ…

«Πες μου πρώτα πως μ’ αγαπάς…», μου απαντά…

«Ναι… σ’ αγαπώ», του λέω…

«Τότε… μπορώ ανενόχλητος να σε γαμήσω…», μου ψιθυρίζει στο αυτί…

Categories: Διάλογοι

Πριν την υποδοχή

Χτυπώ τα δάχτυλά μου πάνω στο πληκτρολόγιο… νευρικά…

«Τι έχεις αγάπη;», με ρωτάει και αφήνει τα χέρια του να περικυκλώσουν τη μέση μου…

«Τίποτα…», του απαντώ… μουρμουρίζω…

«Υπάρχει θέμα εδώ…», μου λέει και μου δίνει ένα φιλί στον αυχένα…

Πλησιάζει το Σαββατοκύριακο που θα έρθει ο πατέρας του για να μας επισκεφτεί… και δεν ξέρω… είμαι μέσα στην ανησυχία… Πως θα του φανεί αν τον υποδεχτούμε έχοντας αγκαλιά τον Λουκά; Υπάρχει, άραγε, άνθρωπος που να μη λυγίζει μπροστά σ’ ένα τρισχαριτωμένο παιδικό προσωπάκι;

Αναστενάζω και κλείνω τον υπολογιστή…

«Ξέρεις…», του λέω…

«Δεν μπορώ να βοηθήσω;», με ρωτάει και κάθεται πάνω στα γόνατά μου…

«Όχι, μωρέ… εντάξει…», του απαντώ…

«Αν θέλεις μπορείς να μην έρθεις. Θα πάω εγώ στο αεροδρόμιο και μετά στο νοσοκομείο…», μου λέει…

Τα χείλια του συντρίβουν τα δικά μου κάτω από ένα βαθύ, γεμάτο πάθος φιλί… Η κίνησή του είναι σχεδόν ζωώδης… Συνεχίζει να με φιλάει βγάζοντας από το στόμα του συνεχόμενους βρυχηθμούς…

«Αισθάνομαι ανεπιθύμητος…», του λέω…

Μου χαμογελάει…

«… ξέρεις ότι δεν είσαι…», μου λέει και τραβάει τα χέρια μου πάνω του…

«Αν κι επιμένω να πάμε όλοι μαζί… Μόλις θα δει τον μικρό θα ξετρελαθεί…», μου λέει…

«Ναι… θα ξετρελαθεί κι εγώ θα είμαι ο μικρός κανένας…», του λέω…

«Πολύ καλύτερα…», μου λέει… χαμογελάει… «θυμάσαι τον τελευταίο σας καβγά;», με ρωτάει…

«Πως έγινε κι από αυτόν τον άνθρωπο βγήκες εσύ;», τον ρωτάω…

Αφήνει τα χέρια μου, τα ελευθερώνει, και γλιστράει τα δικά του πάνω μου, πειράζοντας τα πόδια και το στήθος μου…

«Τώρα το λες αυτό για να σε ερωτευτώ περισσότερο;», με ρωτάει

«Όχι… απλά αναρωτιέμαι από ποιον πήρες όλα τα καλά που έχεις…», του απαντώ…

Στηρίζει το κορμί του πάνω στο δικό μου και τοποθετεί ξανά τα χείλια του στο στόμα μου…

«Θα δεις… όλα θα πάνε καλά…», μου λέει…

Categories: Διάλογοι

Ο υφαντής της σφοδρής επιθυμίας

- Μου αρέσει να σε γαμάω… Πολύ, πολύ αργά… έτσι ώστε να μπορείς να αισθάνεσαι τις φλέβες που διασχίζουν τον σκληρό πούτσο μου καθώς βόσκει την απαλότητα των βελούδινων τοιχωμάτων της κωλοτρυπίδας σου… έτσι ώστε να μπορείς να αισθάνεσαι την ένταση της κάθε δόνησης, της έκρηξης καθώς θα χύνω μέσα σου…

- Θεέ μου… τι λες… Τώρα είμαι πολύ καυλωμένος και πολύ υγρός. Πως καταφέρνεις και με αναστατώνεις έτσι με τα λόγια σου; Σε βρίσκω απίστευτο…

- Μόνο με τα λόγια μου; Ή με το μυαλό που κρύβεται πίσω από αυτά τα λόγια; Ή με τις υποσχέσεις που κρύβονται πίσω από το μυαλό;

- Και με τα τρία. Ομολογώ πως έχεις ένα θαυμάσιο μυαλό το οποίο χρησιμοποιείς πάντα καλά όταν πρόκειται να μιλήσεις… Πρέπει να σου το έχουν πει πολλοί αυτό…

- Πιστεύεις κι εσύ όσα πιστεύουν οι άλλοι για μένα; Για μένα… που είμαι τόσο σεμνός και ταπεινός;…

- Τράβηξε ένα άλλο χαρτί… δεν σε παίρνει…

- Ω…, θα ήθελα να σε πιάσω από τα χέρια και να κάνω μια κατάδυση βαθιά στην κωλοτρυπίδα σου με το πλήρες μήκος του πούτσου μου…

- Βλέπεις; Δεν υπάρχει ίχνος σεμνότητας και ταπεινότητας πάνω σου. Είσαι ένας υφαντής της σφοδρής επιθυμίας.

- Με κολακεύεις…

- Έχε χάρη που βιάζομαι να βγω γιατί θα σου έλεγα περισσότερα… Πάω να λουστώ…

- Μμμμ…

- Μμμμ; Να λουστώ μόνο ή να κάνω και μπάνιο;

- Και τα δυο…. Σε σκέφτομαι γυμνό, όρθιο κάτω από τη ντουζιέρα και συγχρόνως ξαπλωμένο μέσα στη μπανιέρα με τα πόδια απ’ έξω γιατί δεν χωράνε και το στήθος να φαίνεται κάτω από το νερό…

- Έχω χάσει το μέτρημα… πόσες φορές μου είπες αυτή τη φαντασίωση;… Για περίμενε… η πιο πρόσφατη ήταν χθες το βράδυ…

- Είσαι εσύ μια τροφή για έμπνευση!

- Σε πειράζει ν’ αλλάξεις λιγάκι το σενάριο;

- Με κολακεύεις και πάλι… μωρό…

Categories: Διάλογοι