Αρχείο

Archive for the ‘Γέννηση’ Category

Μμμμ… Ντόνατ!

Σε βλέπω να κρατάς στο χέρι ένα ντόνατ παραγεμισμένο με κρέμα σοκολάτα… Είσαι έτοιμος να το φας. Απορώ πως κρατιέσαι ακόμα… Προς το παρόν απολαμβάνεις την εικόνα του… Είναι ιδέα μου ή αυτά που βλέπω να τρέχουν από τις άκρες των χειλιών σου είναι σάλια; Πόσο σε καταλαβαίνω! Καλά λένε ότι το παιδί θα μοιάσει στο γονιό!

Τρως την πρώτη μπουκιά… Δαγκώνεις ακριβώς στο κέντρο και τα χείλια σου γεμίζουν σοκολάτα… Με βλέπεις και χαμογελάς… Γλιστράς σαν φίδι την γλώσσα σου πάνω στα χείλια και στις γωνίες του στόματός σου και γλείφεις όλη τη γλύκα της σοκολάτας… Γλείφεις μια… δυο φορές για να τα καθαρίσεις όλα τα υπολείμματά της …

Ετοιμάζεσαι για τη δεύτερη μπουκιά… Φέρνεις το ντόνατ μπροστά στο στόμα σου… χρησιμοποιείς την γλώσσα σου για να το σκάψεις… φτάνοντας μέχρι το τέλος της σχισμής… Η γλώσσα σου βγαίνει έξω γεμάτη κρέμα σοκολάτα… Την κρατάς έξω σαν να θέλεις να με κοροϊδέψεις, αλλά ξέρω ότι το κάνεις για νε δω και να ζηλέψω… Η σοκολάτα λιώνει στη θερμότητα της γλώσσας σου και ανακατεύεται με τα σάλια σου… Στάζει από το πηγούνι, στον λαιμό σου…

Βάζεις μέσα στο στόμα την γλώσσα και καταπίνεις την μπουκιά…

Είσαι έτοιμος για τη τρίτη μπουκιά… Αυτή τη φορά δεν θα σε αφήσω να την χαρείς μόνος σου… Βεβαιώνομαι ότι η σοκολάτα θα εξαπλωθεί ξανά γύρω από τα χείλια σου και έρχομαι δίπλα σου… Μου επιτρέπεις να σε γλείψω…

Με κοιτάς…

Παίρνεις μια μεγάλη μπουκιά στα δόντια σου… την μασάς… Σε βλέπω να χρησιμοποιείς την γλώσσα σου για να ρίξεις την σοκολάτα γύρω από το στόμα σου… Πόσο με σκέφτεσαι!

Σε γλείφω ξανά…

Δύο ακόμη μπουκιές και το ντόνατ έχει τελειώσει… Πιπιλίζεις και γλείφεις τα δάχτυλά σου για να μη χάσεις ούτε μια ψίχα… Μετά, σου δίνω ένα φιλί… κι ας μ’ άφησες… πολύ, πάρα πολύ πεινασμένο…

Categories: Γέννηση

Οι σκίουροι στο δέντρο

Έχει υγρασία έξω απόψε… αυτή το είδος της πυκνής αηδιαστικής υγρασίας που την αισθάνομαι σαν κουβέρτα στο δέρμα μου… Ένα αεράκι γνωρίζοντας την ιστορία του Δαβίδ και του Γολιάθ τολμάει να ξεκινήσει ένα ερωτικό παιχνιδάκι με μια καταιγίδα… Τα κλαδιά των δέντρων χτυπιούνται και όσα φύλλα είχαν παραμείνει, πέφτουν ταπεινωμένα στο έδαφος… Ο ήλιος έχει παραδοθεί εδώ και ημέρες στο γκρι του φθινοπώρου… μόνο κάποια ίχνη του είναι ορατά ορισμένες ώρες της ημέρας… Το κρύο είναι έντονο και αναγκαστικά οι ζεστές, παχιές κουβέρτες που έχει στείλει η μητέρα μου πήραν τη θέση τους στο κρεβάτι…

Αναγκαστικά μένουμε και οι τρεις μας μέσα… Ο Λουκάς δεν τρώει το φαγητό του αν δεν δει πρώτα τους σκίουρους που ανεβοκατεβαίνουν σκορπώντας αδέσποτα βελανίδια… Σήμερα δεν φάνηκε κανένας… Δεν ξέρω αν κρύβονται κάπου… ή αν έχουν πεθάνει από το κρύο… Αυτό που ξέρω είναι ότι ο Λουκάς δεν λέει να φάει με τίποτα… Αν συνεχίσει έτσι θα ντυθώ εγώ σκίουρος και θα βγω έξω στο κρύο…

Για να τον ξεγελάσω του δείχνω την κίνηση των φύλλων… Είναι τόσο αθώος για να μπει στη διαδικασία να καταλάβει αν τα φύλλα κουνιούνται από τον αέρα ή εξαιτίας των χαριτωμένων τρωκτικών… Ίσως και να μην τον ενδιαφέρει… Όλοι μας έχουμε ανάγκη να πιστεύουμε σε κάτι που δεν υπάρχει… Καταφέρνω και επικεντρώνω το ενδιαφέρον του μια στο δέντρο και μια στο πιάτο με το φαγητό που περιμένει… Κρατώ το κουτάλι και παίζω κρυφτό με τις μικροσκοπικές του μπούκλες προτού το φέρω μπροστά στο στόμα του…

Λίγο πριν την τελευταία μπουκιά, ακούω ήχους από τα παπούτσια του Μιχάλη, ακριβώς πίσω μου… Το πλακόστρωτα δάπεδο δεν έχει ντυθεί ακόμα με χαλί με αποτέλεσμα να ακούγεται κάθε βήμα… Στέκεται πάνω από τον ώμο μου και δικαιωματικά δίνει το πρώτο του φιλί στον Λουκά… Διακόπτω το φιλί βάζοντας το πρόσωπό μου ανάμεσά τους (ναι, το κάνω γιατί ζηλεύω). Τολμά να με αγνοήσει και συνεχίζει μ’ ένα δεύτερο φιλί… Κάνω μια γκριμάτσα απογοήτευσης και ο Λουκάς βάζει τα γέλια… Ο Μιχάλης έρχεται μπροστά και με αγκαλιάζει… Εγώ απεργώ…

(Σπάω την απεργία χωρίς πίεση για να του δώσω πρώτος το φιλί… Και τον φιλώ… Και του ψιθυρίζω στο αυτί πως θέλω να βρεθώ μέσα του).

Δεν μου λέει τίποτα… Συγκεκριμένα απαντά στον ψίθυρο μου μ’ ένα μυστικό χαμόγελο και μ’ αφήνει να σκέφτομαι τόσα πολλά… μ’ αφήνει σε μια κατάσταση δημιουργικής σκέψης… Τη σιωπή την σπάει ο Λουκάς που χειροκροτεί… Είναι σίγουρος ότι είδε έναν σκίουρο να ανεβοκατεβαίνει στο δέντρο… Είναι σίγουρος… τόσο σίγουρος όσο ήμουν κι εγώ στην ηλικία του… Μπορεί και να μη βλέπει τίποτα και να χειροκροτεί εμάς ή το ότι κατάφερε να αδειάσει το πιάτο του…

Μας κοιτάζει και τους δυο ενδοσκοπικά και χαμογελάει… Μας κοιτάζει σαν να είμαστε πιόνια σε σκάκι. Δεν ξέρω αν είναι έτοιμος να μας επιτεθεί ή να μας υπερασπιστεί… Δεν ξέρω τι του επιτρέπει να κάνει η δύναμή του… Και οι δυο όμως είμαστε έτοιμοι να κυλιστούμε στο πάτωμα αν επιχειρήσει να μας σπρώξει… Δεν δίνω δεκάρα αν φανούμε στα μάτια του αδύναμοι… αδιαφορώ… Τόσο εγώ όσο και ο Μιχάλης θέλουμε να είναι αυτός ο δυνατός και όχι εμείς…

Καταλήγουμε και οι τρεις στο πάτωμα… Τα γέλια μπερδεύονται με τις φωνές και ανακατεύονται με τους ψιθύρους… Μπορεί να κάνει κρύο έξω… η ατμόσφαιρα μέσα είναι τόσο ζεστή και όσο η ώρα περνάει γίνεται ακόμα πιο ζεστή…

Categories: Γέννηση

Για τα γενέθλια του Λουκά (2ο γράμμα)

Αυγούστου 26, 2009 Αλέξανδρος 15 σχόλια

Αγαπημένε γιέ μου

Μου φαίνεται σαν να ήταν χθες η μέρα που σε φέραμε για πρώτη φορά στο σπίτι από το μαιευτήριο… Σαν να ήταν χθες… Κι όμως έχει περάσει ένας χρόνος. Ήσουν ένα μικρό-μικρό βρέφος και τώρα έχεις γίνει ένα πλασματάκι που προσπαθεί και κάνει τα πρώτα του βήματα. Όταν θα μεγαλώσεις αρκετά και θα μάθεις να μετράς, θα σου πω μια μεγάλη αλήθεια… θα σου αποκαλύψω πόσα τσιγάρα κάπνισε ο μπαμπάς Αλέξανδρος από την αγωνία του μέχρι ν’ ακούσει το πρώτο κλάμα σου… Θα σου πω κι άλλη μια αλήθεια για να έχεις να γελάς… Ο μπαμπάς Αλέξανδρος ήταν τόσο νευρικός επειδή γεννιόταν νωρίτερα από εσένα τα άλλα παιδάκια που έφτασε μέχρι το σημείο ν’ απειλήσει να χτυπήσει μια νοσοκόμα… Τόσο πολύ βιαζόταν να γίνει μπαμπάς… Που να ‘ξερε ότι θα γινόταν έτσι κι αλλιώς μπαμπάς για όλη τη ζωή του! Αλλά κι εγώ ήμουν κάπως υπερβολικός στις αντιδράσεις μου. Όταν σε είδα για πρώτη φορά είπα από μέσα μου δεν μπορούσα να φανταστώ πως μπορούσες εσύ… αυτό το μικροσκοπικό ανθρωπάκι… να είσαι η μεγαλύτερη ευθύνη της ζωής μου… Δεν σου κρύβω ότι μια από τις πρώτες σκέψεις μου ήταν αν ήμουν έτοιμος… αν μπορούσα να τα καταφέρω… Πέρασε ένας ολόκληρος χρόνος και ακόμα αναρωτιέμαι… Κι εσύ δεν μπορείς να με βοηθήσεις, να μου απαντήσεις… γιατί το μόνο που κάνεις είναι να χαμογελάς… και δεν ξέρω… Χαμογελάς γιατί σου αρέσουμε; Χαμογελάς γιατί μας κοροϊδεύεις; Αν και δεν είμαι ακόμα σίγουρος εάν είμαι καλός πατέρας, πιστεύω ότι έχω κάνει κάποια βήματα. Η γέννησή σου ήταν και είναι μια προσωπική νίκη για μένα… Είσαι ένα μικρό θαύμα…

Έχει περάσει ένας χρόνος Λουκά μου… ένας χρόνος κατά τη διάρκεια του οποίου έχω καταγράψει τα πάντα που έχουν σχέση μ’ εσένα… Το πρώτο χαμόγελό σου… Την πρώτη λέξη σου… Το πρώτο βήμα σου… Το πρώτο ξέσπασμά σου… Τις πρώτες αταξίες σου… Αχ! Αυτές οι αταξίες! Ποιος από τους δυο μας θα βρει το κουράγιο να σε κάνουμε να πειθαρχήσεις; Μάλλον θα προσπαθήσουμε ομαδικά… και οι δυο!

Τι άλλο μας περιμένει μαζί σου; Διαβάζω τον τελευταίο καιρό για την επιδημία της γρίπης και οι νύχτες μου γίνονται άυπνες νύχτες με εφιάλτες για επισκέψεις σε γιατρούς… εμβόλια… αντιβιοτικά… Ξέρεις πόση προσπάθεια κάνω να κρύβω τους φόβους μου για να μπορώ να σε κοιτάζω με ήρεμο βλέμμα; Ευτυχώς που μου χαμογελάς και τα ξεχνώ όλα… Τι αξία έχει η ζωή, αν δεν υπάρχουν και εμπόδια που πρέπει να τα ξεπεράσεις; Να… Σύντομα, θα έρθει η μέρα που θα πρέπει να σε πάμε στον παιδικό σταθμό… Εσύ θα φωνάζεις γιατί δεν θα θέλεις να φύγεις από κοντά μας, αλλά θα αναγκαστείς να καθίσεις… μετά την πρώτη εβδομάδα θα έχεις συνηθίσει και δεν θα θέλεις να έρχεσαι σπίτι… Έτσι έκανα κι εγώ… Ζούμε την ζωή σε φάσεις Λουκά… Κάτι τελειώνει… κάτι άλλο αρχίζει… Οι αλλαγές είναι τόσο γρήγορες για μια ζωή που δεν διαρκεί αιώνια…

Ένα χρόνο τώρα έχω μάθει τόσα πολλά μαζί σου και θα συνεχίσω να μαθαίνω… Έχω μάθει να αγαπώ άνευ όρων και χωρίς ανταλλάγματα… ένα μάθει πώς να συγχωρώ… έχω μάθει να απολαμβάνω τα μικρά πράγματα στη ζωή… Έχω μάθει πώς να είμαι ξένοιαστος… Ο κατάλογος είναι ατελείωτος…

Σ’ ευχαριστώ μικρέ μου

Χρόνια σου πολλά και ευτυχισμένα

Θα σ’ αγαπώ για πάντα

Ο μπαμπάς Μιχάλης

Categories: Γέννηση

Για τα γενέθλια του Λουκά (1ο γράμμα)

Αυγούστου 26, 2009 Αλέξανδρος 8 σχόλια

Αγαπημένε μου Λουκά

Σήμερα γιορτάζουμε τα πρώτα γενέθλιά σου!

Θυμάμαι τόσο έντονα εκείνη τη μέρα ένα χρόνο πριν… Θυμάμαι ακριβώς τη στιγμή που γεννήθηκες στο μέσο της νύχτας… πολύ νωρίτερα από την ώρα που μας είχε πει ο γιατρός ότι θα έρθεις… Θυμάμαι, αν και βρισκόμουν σε ημι-λιπόθυμη κατάσταση, τη στιγμή που σου έβγαλαν το ένα πόδι έξω και πως μου φάνηκε ότι αυτό ήταν το πρώτο βήμα σου στον κόσμο… Και τι κραυγές ήταν αυτές που έβγαλες; Πιστεύω ότι είχες περισσότερη δύναμη από εμένα εκείνη την ημέρα…. τόση δύναμη που δεν σου κρύβω ότι με αιφνιδίασες…

Σήμερα συμπληρώνεται ένας χρόνος από τότε που ανακάλυψα ένα άλλο είδος αγάπης… διαφορετική από την αγάπη που έχω για τον άλλο σου μπαμπά, διαφορετική από την αγάπη που είχαν οι γονείς μου για μένα, διαφορετική από την αγάπη που έχω για τα αδέρφια μου… διαφορετική από την αγάπη για τη ζωή… Είναι η αγάπη μου για σένα… για σένα που αγαπώ περισσότερο και από τη ζωή μου… Και δεν ξέρεις πόσο την αξίζεις αυτή την αγάπη…

Μήνες προτού γεννηθείς είχα δοκιμαστεί με συναισθήματα ανικανότητας… κυρίως τις πρώτες εβδομάδες… συναισθήματα αβεβαιότητας για τις νέες πτυχές της ζωής που φέρνει η ύπαρξη ενός παιδιού… Ποτέ στο παρελθόν δεν έκρινα τόσο αυστηρά τον εαυτό μου… Αναρωτιόμουν αν μπορούσα να σε βοηθήσω να ανακαλύψεις τον κόσμο… να αναπτύξεις τις δεξιότητες που είναι απαραίτητες για την πορεία σου στη ζωή…

Σήμερα, κι εγώ ο ίδιος μένω κατάπληκτος με όσα έχω καταφέρει μαζί σου… Έχεις ξυπνήσει ένα άλλο επίπεδο της ύπαρξης του εγώ μου… Με κάνεις να σκέφτομαι το υπόλοιπο της ζωής μου με μια διαφορετική ματιά… σκέφτομαι πλέον τις συνέπειες της κάθε πράξης μου, πράγμα που δεν το έκανα ποτέ… Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι η γέννησή σου έχει εμβαθύνει την αγάπη μου για τον άλλο σου μπαμπά. Βλέπω την αγάπη και την αφοσίωσή του για σένα και ζηλεύω… Ζηλεύω γιατί κάποιες στιγμές μου φαίνεται ότι είναι πολύ καλύτερος μπαμπάς από μένα… Γρήγορα όμως η ζήλεια περνάει… Περνάει όταν σας βλέπω να παίζετε μαζί… να μοιράζεστε πράγματα… να διασκεδάζετε… Περνάει γιατί ξέρω πως ό, τι κι αν συμβεί, θα έχεις τουλάχιστον έναν από τους δυο μας να σε φροντίζει στην πορεία σου στη ζωή… Είναι πολύ σημαντικό να έχεις κάποιον που να μπορείς να βασιστείς πάνω του… ένα χέρι να σε βοηθήσει όταν θα προσπαθείς να προχωρήσεις μπροστά, όσο τολμηρή κι αν είναι αυτή η προσπάθεια…

Σ’ ευχαριστώ πολύ που υπάρχεις στη ζωή μου, όμορφε… εσύ…

Χρόνια Πολλά. Σ’ αγαπώ…

Ο μπαμπάς σου

Categories: Γέννηση

Ζηλεύοντας τον Λουκά

Ονειρεύομαι ένα όνειρο όταν είμαι μόνος, στο σκοτάδι… με τη συντροφιά της φλόγας ενός κεριού, η οποία όμως είναι τόσο έντονη που θαρρώ ότι αφήνει στο δέρμα μου ένα έγκαυμα με μια τρύπα μέσα, επίτηδες, για να μπορέσεις να στείλεις τα δάχτυλά σου κατευθείαν μέσα μου… Κι αυτή η φλόγα εκτός από εγκαύματα, αφήνει και σκιές που χορεύουν στο δέρμα, ευτυχώς στο δικό μου και όχι στο δικό σου, γιατί θα ζήλευα να σε αγγίζει κάποιος άλλος, ακόμη κι αν ήταν σκιά… (κι ας είναι ο Λουκάς).

Στη μοναξιά, όσο λίγο κι αν διαρκεί, συνειδητοποιώ πόσο προνομιούχος είμαι που σ’ έχω δίπλα μου… Με τη φαντασία μου επισημαίνω το περίγραμμα των χειλιών σου… απαλά, τρυφερά… έτσι ακριβώς όπως θα άγγιζα τα πλήκτρα ενός πιάνου… Έλα όμως που τα χείλια σου βγάζουν πιο μελωδικούς ήχους απ’ αυτούς του πιάνου, ιδίως όταν είναι σαλιωμένα… Στην ησυχία του δωματίου, μπορώ ν’ ακούσω την καρδιά μου να χτυπά μέσα στα αυτιά μου… Συγχρονίζω τον ρυθμό των χτύπων μ’ αυτόν της αναπνοής μου… επιταχύνω μέχρι το αναπόφευκτο… προσδοκώντας ανυπόμονα τα σαρκώδη χείλια σου πάνω στα δικά μου… Κρατώ τα μάτια ανοικτά, προσκαλώ κάθε δευτερόλεπτο που περνάει στη μνήμη και χρονομετρώ την ώρα μέχρις ότου επιστρέψεις…

Δεν σε κατηγορώ για το χρόνο που διαθέτεις για τον Λουκά, γιατί θέλω να σε σέβομαι όπως κι εσύ σέβεσαι εμένα όταν ξεχνιέμαι μαζί του… Θέλω όμως να έρθεις και να πειράξεις, με τον πιο έξοχο τρόπο… σέρνοντας τη μύτη σου πάνω μου… πάνω στο δέρμα μου… να χαϊδέψεις την σάρκα μου αφήνοντας τα απαραίτητα υγρά σου, πάνω στα οποία θα γλιστρήσουν στην συνέχεια τα δάχτυλά σου…

Μη μου το αρνηθείς… Σ’ έχω δει να το κάνεις στον Λουκά και ζηλεύω όταν σε βλέπω… Θέλω κι εγώ… Απλά η δική μου αντίδραση θα είναι διαφορετική. Θα δέσω τα δάχτυλά μου στη βάση του λαιμού σου και θα τα σύρω μέσα στις μπούκλες σου, κρατώντας τις σαν να είναι κάτι πολύτιμο… σαν να είναι αέρας και νερό… αυτά τα δυο σημαντικά που χρειάζομαι για να ζήσω… για να επιβιώσω… Τα χέρια μου θα κρατήσουν σταθερά το πρόσωπό σου έτσι ώστε να μη μπορέσεις να απομακρυνθείς… να μη μπορέσεις να απομακρυνθείς προτού δοκιμάσεις το φιλί μου… προτού συλλέξεις το ένθερμο πάθος μου καθώς πιέζω το μέτωπό μου στο μέτωπό σου…

Τα χέρια μου θα κάνουν ένα ταξίδι κατά μήκος των μπράτσων σου… ένα οδοιπορικό που θ’ άξιζε να προσφερθεί ως δώρο σε διαγωνισμό για όποιον του αρέσει να εξερευνά… να σκαρφαλώνει σε γυμνασμένους μυς που κρύβονται κάτω από τα εμπόδια του υφάσματος ενός ρούχου… Στη συνέχεια τα δάχτυλά μου θ’ ακολουθήσουν το μήκος της σπονδυλικής σου στήλης… οι παλάμες μου θα πιέσουν το δέρμα σου και θα νιώσουν την ρευστότητα του αίματος μέσα στις φλέβες σου…

Ανίκανος να αντισταθώ θα αγκιστρωθώ πάνω σου, θα βοσκήσω στον περίβολο του στήθους σου, θα πάρω θάρρος από τους χτύπους της καρδιάς σου για να συνεχίσω… θα πάρω θάρρος από το πάθος που θα εκπέμπουν τα χείλια σου… από την λάμψη που προσφέρουν τα αγγελικά μάτια σου… από την ομορφιά σου που δεν είναι καθόλου ουτοπική… το αντίθετο μάλιστα… Ξέρω να κάνω κάτι που δεν μπορεί να κάνει ο Λουκάς… Μπορώ να ανακυκλώσω το οξυγόνο σου και να σου το δώσω να το καταναλώσεις μέσα από το δικό μου στόμα… Μπορώ να σύρω τα χείλια μου και ν’ αφήσω φιλιά κατά μήκος των γωνιών του στόματός σου ψιθυρίζοντας το όνομά σου στον αέρα… με ευκολία… με τόση ευκολία όση μπορώ να πω τέλεια τις δυο λέξεις που σου λέω καθημερινά: «Σ’ αγαπώ…»

Περιμένω πως και πως… όχι εγώ… τα δάχτυλά μου, να βρεθούν στα κουμπιά σου και να ματαιώσουν κάθε εμπόδιό τους… να εκθέσουν τον τοίχο της σάρκας σου στο βλέμμα μου… να κρατήσουν την καρδιά σου… σαν ένα αντικείμενο ζεστό που μόλις βγήκε από την φωτιά… του πάθους… Αν πιέσω το χέρι μου στο στήθος σου, θα αισθανθώ την καρδιά σου να χτυπά τόσο δυνατά όσο η δική μου… Μπορεί να το κάνει ο Λουκάς αυτό; Μπορεί να τραγουδήσει το όνομά σου; Μπορεί να σε γρατσουνίσει όχι εξωτερικά, αλλά εσωτερικά;

Έλα λοιπόν…

Σε περιμένω… τυλιγμένος στο σκοτάδι… στη μοναξιά…

Categories: Γέννηση

Η τέλεια ηλικία

Υπάρχει κάτι στον τρόπο που χωρίζει τα χείλια του… αυτό το κάτι που με τρελαίνει… που με κάνει να παραφρονώ… Δεν είμαι όμως σίγουρος τι είναι αυτό… πότε εμφανίζεται… πότε ξεκινά η επίδραση… Αλλά το βρίσκω χρήσιμο να τον κοιτώ επίμονα έως ότου κλείσει τα χείλια του γλείφοντάς τα… Τότε ηρεμώ… για λίγο… σύντομα… κι αυτό γιατί αμέσως μετά τα χωρίζει ξανά… οι άκρες έρχονται προς τα πίσω και σχηματίζεται αυτό το υπέροχο «Ο» λίγο πριν… λίγο μετά το χαμόγελο… ένα υπέροχο «Ο» που δεν σημαίνει τίποτα… αλλά δείχνει μια έκπληξη, και πιστεύω ότι αυτή είναι όλη η γλύκα… μια γλύκα που δεν διαρκεί πολύ όπως κάθε τι γλυκό… Κλείνω τα μάτια και μπροστά στο «Ο» μπαίνει μια θαμπάδα… και μετά… δεν υπάρχει τίποτα…

Το βλέμμα που χρωματίζεται στο όμορφο πρόσωπό του είναι μια έκφραση που θα μπορούσε να περιγράψει κάποιος ως την απόλυτη ευτυχία… ένα είδος ευτυχίας που μόνο τα μωρά και το γύρω σ’ αυτά περιβάλλον μπορούν να καταλάβουν… Και γι’ αυτό το λόγο χαίρομαι… γιατί είμαι μέρος αυτού του περιβάλλοντος και μπορώ να καταλάβω… και μπορώ να κοιτάξω τον άλλο συνωμοτικά και να πω με περηφάνια:

«Τώρα είναι ευτυχισμένος…»

Πιστεύω ότι ο Λουκάς βρίσκεται στην πιο τέλεια ηλικία… στην ηλικία που οι γκρίνιες δίχως λόγο έχουν υποχωρήσει… στην ηλικία που μπορεί πλέον να εκφραστεί, δίχως να μιλά… Λέει μόνο τα απαραίτητα γι’ αυτόν και για εμάς… σαν να είναι σοφός… Εκφράζεται με τα μάτια του στέλνοντας σπινθήρες… Εκφράζεται με τρεμουλιάσματα των χειλιών λίγο προτού αρχίσει να κλαίει… Πιάνει την κοιλιά του και περιμένει υπομονετικά να δει αν πιάσαμε το μήνυμα που μας στέλνει για ν’ αρχίσουμε να τον χαϊδεύουμε… Κάθεται και περιμένει… ψήνοντάς μας σαν καφέ στην χόβολη με τα νάζια του… Κινεί χέρια και πόδια σαν την αράχνη για να γαντζωθεί στην αγκαλιά μας… Γουρλώνει τα μάτια όταν του τραγουδάμε και εμποδίζει την αναπνοή του για να τον προσέξουμε όταν ερωτοτροπούμε…

Αν δεν έχω χάσει ήδη το μυαλό μου πριν από ένα σχεδόν χρόνο που γεννήθηκε, το χάνω τώρα…

Το χάνω όταν τον βλέπω να αλληθωρίζει… γιατί αυτό έκανα κι εγώ μικρός πιστεύοντας ότι έτσι έδειχνα χαριτωμένος…

Το χάνω όταν ανυψώνει το στήθος του για να αναμετρηθεί με τα αρκουδάκια που είναι ακόμα πιο ψηλά απ’ αυτόν…

Το χάνω όταν χαζεύω το χαμένο χαμόγελό του λίγο προτού κοιμηθεί…

Δεν μπορώ ακόμα να πιστέψω στο θαύμα της ζωής, αλλά παρατηρώντας αυτό το πλάσμα και τις στιγμές του, χαίρομαι που είναι μέρος της προσευχής μου προς τον Θεό κάθε βράδυ…

Categories: Γέννηση

Η αγάπη του πατέρα

Αυγούστου 4, 2009 Αλέξανδρος 3 σχόλια

Κάθομαι στο πάτωμα με την πλάτη στον τοίχο και αγκαλιάζω στοργικά τον Λουκά που δεν σταματά να κινείται στο στήθος μου, κάμπτοντας τα γόνατά του.. Τον κρατώ προσεκτικά όπως πρέπει να κρατάμε οτιδήποτε αγαπάμε… Είμαι σίγουρος πως και οι δυο επιπλέουμε στα κύματα της ευτυχίας… Ο Μιχάλης μας κοιτάζει και τους δυο… επίμονα, αν και οι μπούκλες πέφτουν στα μάτια του ως σκιές δαντέλλας…

- Πες μου για τον πατέρα σου…

- Τι θέλεις να σου πω;

- Τα πάντα…

- Πρέπει να με ρωτήσεις πιο συγκεκριμένα για να σου απαντήσω…

- Σε αγκάλιαζε έτσι όπως αγκαλιάζεις εσύ τον Λουκά;

- Θέλεις να μάθεις… πραγματικά;

- Ναι…

- Μη πεις μετά ότι δεν σε προειδοποίησα…

- Όχι…

- Ο πατέρας μου, όσο φωτεινός άνθρωπος κι αν ήταν… όσο ευφυής κι αν ήταν… ήταν παγιδευμένος στην άρνησή του για μένα… Ήταν τυφλός…

- Δεν έβλεπε;

- Δεν έβλεπε συναισθηματικά… χαζούλη…

- Δεν καταλαβαίνω… Εξήγησέ μου…

- Ο πατέρας μου μπορούσε να με δει μέσα από ένα δικό του πρίσμα… είχε μια ιδιαίτερη άποψη για μένα, ειλικρινή, αλλά ταυτόχρονα μπερδεμένη… Με έβλεπε σαν… απόβλητο… Στο λευκό το δικό του ήμουν το μαύρο και ανάμεσα σ’ αυτά τα δυο χρώματα δεν υπήρχε χώρος για το γκρι… Δεν ήταν συζητήσιμος, αντιστεκόταν σε κάθε άποψη που ερχόταν σε σύγκρουση με τη δική του… Διοργάνωνε συζητήσεις η μητέρα μου, σαν μεσολαβητής, αλλά μόλις ακουγόταν κάτι διαφορετικό έστω και με επιχείρημα, έβαζε τις φωνές… Και έτσι έμαθα να μην εκφράζομαι… Και έτσι έμαθα, από ευγένεια, να αποσύρομαι… να φεύγω από το δωμάτιο όσο το δυνατό γρηγορότερα…

- Ακούγεται άσχημο…

- Εσύ με ρώτησες…

- Έπρεπε να το είχα υποψιαστεί…

- Πιθανώς… από τι;

- Από τον τρόπο που συμπεριφέρεσαι στον Λουκά…

- Αυτό είναι ένα μεγάλο θέμα…

- Συμπεριφέρεσαι σαν να μην είσαι εσύ, αλλά κάποιος άλλος που θα ήθελες να είσαι και για τον Λουκά… και για σένα… Συμπεριφέρεσαι σαν ένα εντελώς διαφορετικό πρόσωπο…

- Στο παιδί σου πρέπει να δείχνεις αγάπη, αλλά ταυτόχρονα να του μαθαίνεις ότι η αγάπη βλάπτει… σαν τον πόνο…

- Σωστά… αλλά εσύ τον αγαπούσες, έτσι δεν είναι;

- Ανεξάρτητα από το πόσο σκληρός ήταν, υπήρχαν στιγμές που ήταν και νηφάλιος… κυρίως όταν αρρώστησε… Όταν ο άνθρωπος αφήνει να φανούν οι αδυναμίες του, όταν βγάζει τη μάσκα του αδιάλλακτου από το πρόσωπό του… τότε τον δέχεσαι έτσι όπως είναι… κατάλληλος…

- Κατάλληλος, γιατί;

- Για να σου δείχνει πόσο καλός πρέπει να γίνεις εσύ… Ζώντας κοντά σε μια συνεχή πηγή απογοήτευσης, δεν μπορεί παρά να γίνεις κάτι διαφορετικό… εντελώς διαφορετικό… Πολλές φορές οι συμπεριφορές σε τραντάζουν… και ή σε παγιδεύουν σε μια ζωή που δεν μπορείς να ζήσεις ή σε οδηγούν να κάνεις μια τίμια αξιολόγηση του εαυτού σου και να εξελιχθείς… Παίρνεις ορμή και αυτή την ορμή σου τη δίνει συνήθως η μητέρα που σε πονάει… που σε πονάει από την πρώτη στιγμή που σε συλλαμβάνει μέχρι το υπόλοιπο της ζωής της… σε καταλαβαίνει… Σε καταλαβαίνει γιατί η γυναίκα είναι πάντα αυτή που «βλέπει» τον γάμο σαν μια διαδικασία διαπραγμάτευσης… διαπραγματεύεται την προσωπική της ζωή, άλλοτε και την ελευθερία της, για να αποκτήσει παιδιά

- Και για τον άντρα ισχύει αυτό…

- Δεν ξέρω…

- Εγώ πιστεύω ότι τόσο για την μητέρα σου, όσο και τον πατέρα σου ίσχυαν τα ίδια όνειρα… οι ίδιες επιθυμίες…

- Ίσως… Πάντως εγώ ένοιωθα ότι περπατούσα πάνω σ’ ένα σχοινί… μέσα σε όρια… έντρομος, με τον φόβο ότι αν τα παραβιάσω θα πυροδοτήσω τον παράλογο θυμό του… θα έρθω αντιμέτωπος με τις φωνές σου… θα γίνω αποδέκτης της επίπληξής του.

- Και τώρα;

- Τώρα;

- Τώρα… μετά τον θάνατό του…

- Όταν ο άνθρωπος ξέρει… καταλαβαίνει ότι θα πεθάνει… όταν έρχεται πρόσωπο-πρόσωπο με τον θάνατο και δεν υπάρχει κάτι ή κάποιος για να το αλλάξει, ανοίγει την καρδιά του… σαν ένα είδος συγνώμης για τον πόνο που μπόλιασε στις ζωές των άλλων…

- Σ’ αγάπησε… σωστά;

- Έπρεπε…

- Έπρεπε να σ’ αγαπήσει…

- Μπορεί κάποιος να το «ακούσει» πολύ εγωιστικά αυτό… αλλά έπρεπε…

- Ίσως δεν μπορούσε…

- Ίσως να μ’ αγάπησε, αλλά δεν μπόρεσε να το δείξει… ίσως ήταν απλά ανίκανος στο να δείχνει την αγάπη του…

- Συμβαίνει αυτό…

- Ναι..

- Και αν σ’ αγάπησε;

- Πρέπει να μπω στη διαδικασία να φανταστώ την αγάπη του… Πρέπει να δημιουργήσω… να ξαναγεννήσω τον πατέρα μου για να το νιώσω… κι επειδή δεν μπορώ… γίνομαι εγώ ο πατέρας που θα ήθελα να είχα, για τον Λουκά…

- Για προσπάθησε να φανταστείς…

- Δεν μπορώ…

Πιάνομαι από τα χέρια του… τα χέρια μου… τα χέρια του, τα χέρια του Λουκά… γίνονται μια μάζα…

- … ακόμη κι αν περάσουν ένα εκατομμύριο χρόνια

Ετοιμάζεται να πει κάτι… είναι έτοιμος να μιλήσει… τον σταματώ μ’ ένα φιλί…

- Ξέρεις κάτι;

- Τι;

- Δεν χρειάζεται να μπω σε καμία διαδικασία, γιατί τώρα έχω εσάς…

Βλέπω δάκρυα να συγκεντρώνονται στα μάτια του

- Σας αγαπώ… και τους δυο… το ίδιο… εξίσου…

Ακουμπώ το κεφάλι μου στο στήθος του…

Στηρίζει το πηγούνι του στα κοντοκουρεμένα μαλλιά μου.

Μια μέρα με την Μπρουκ

Ιουλίου 26, 2009 Αλέξανδρος 7 σχόλια

Μια μέρα στη παραλία παρέα με τον Λουκά, δεν θυμίζει σε τίποτα τα ανέμελα, αθώα θαλασσινά μπάνια των προηγούμενων χρόνων… Και όταν λέω τίποτα… εννοώ τίποτα… κυριολεκτικά… Θυμάμαι με συγκίνηση άλλα καλοκαίρια που από την απόφαση του να πάμε για μπάνιο μέχρι και την εκτέλεση, μεσολαβούσε η διαδικασία… μαγιό, αντηλιακό, πετσέτα… φύγαμε… Καμιά φορά γινόταν ακόμα πιο σύντομη η διαδικασία… αντηλιακό, πετσέτα… φύγαμε… Το μαγιό έτσι κι αλλιώς το φορούσα μέχρι και την παραλία ως θήκη για να βάζω τα τσιγάρα και τον αναπτήρα… και για κανένα άλλο λόγο… Συχνά-πυκνά δεν ήταν απαραίτητο ούτε ως θήκη μιας και έμαθα να στηρίζω το τσιγάρο στο αυτί… Όσο για αναπτήρα; Υπήρχαν εκατοντάδες λουόμενοι πρόθυμοι να δανείσουν την φωτιά τους… Η αγορά μαγιό μετά από πολλά-πολλά χρόνια αν μη τι άλλο ήταν το πρώτο σημάδι αλλαγής…

Τώρα πια με τον Λουκά, από την απόφαση μέχρι την εκτέλεση μεσολαβούν ένα σωρό πράγματα και πολύ καλή προετοιμασία… Τι θα πάρουμε μαζί μας; Πετσέτες, καπελάκια, γυαλιά ηλίου, πάνες (τουλάχιστον ένα ζευγάρι, οπωσδήποτε αδιάβροχη η μια), αντικουνουπικό, αντηλιακό για τα πρώτα λεπτά, άλλο αντηλιακό για το νερό, άλλο αντηλιακό για το πρώτο μισάωρο μετά το μπάνιο… Πλαστικά παπουτσάκια, μπιμπερό, σετ φαγητού, κρέμα σε δυο γεύσεις, θερμός… Όσο αρκετά κι αν φαίνονται αυτά, είναι μόνο η αρχή μιας λίστας που δεν έχει τελειωμό… Πως θα περάσει δημιουργικά τις ώρες του στην παραλία ο Λουκάς; Να και τα κουβαδάκια μικρά και μεγάλα… τσάπες, πλαστική νταλικιέρα… πλαστικά κοχύλια για σχέδια στην άμμο… διακοσμητικά χταπόδια και αχινοί… Τέτοιο εξοπλισμό δεν έχει ούτε η καλύτερη κατασκευαστική εταιρεία… Είμαι σίγουρος…

Φτάνοντας στην παραλία, ξεκινά άλλο επιχειρησιακό σχέδιο… Που, πως και γιατί… Που θα απλώσουμε τα υπάρχοντά μας… πως θα τα διαφυλάξουμε… γιατί δεν πρέπει να είμαστε τόσο κοντά στο νερό… Χτίζονται κάστρα δίπλα στο νερό, όπως παλιά; Φυσικά και όχι… Πάνε αυτές οι εποχές που χτίζαμε όπου θέλαμε… Τώρα απαιτείται μελέτη… Μέχρι ποιο σημείο σκάει το κύμα; Είναι σταθερό το έδαφος; Φυσάει; Πόσο επικίνδυνα είναι τα μπαλάκια του τένις που εκτοξεύονται σαν βόμβες εν μέσω πολεμικής σύρραξης;

Ουφ!

Κάτι άλλο που δεν συνέβαινε παλιά και συμβαίνει τώρα… Ο Λουκάς λειτουργεί ως ένα είδος μαγνήτη για οποιοδήποτε θηλυκό κυκλοφορεί στην παραλία… Δεν ξέρω γιατί συμβαίνει αυτό… Κολλάνε πάνω του σαν βδέλλες… Στο μεταξύ βλέπεις παντού γυναίκες με παιδιά… γυναίκες… γυναίκες… παντού… Όλοι οι μπαμπάδες είναι εξαφανισμένοι… Μόνο εμείς τους εκπροσωπούμε και το γεγονός αυτό από μόνο του αρκεί για να είμαστε αξιοπρόσεκτοι…

Σήμερα ο Λουκάς έκανε την πρώτη γνωριμία του… Γνωρίστηκε με την Μπρουκ (λυν)… Η Μπρουκ είναι ένα κοριτσάκι που μόλις έκλεισε το πρώτο χρόνο της ζωής του… Για την ακρίβεια είναι δεκατριών μηνών… Δεν είμαι σίγουρος αν θα καταφέρει να βρίσκεται και του χρόνου στην παραλία… και αυτό γιατί παρόλο το μικρό της ηλικίας της, κουβαλάει πάνω της εμπειρίες που της έχουν αφήσει τα απαραίτητα συνοδευτικά σημάδια… Στα μάτια μου, το κοριτσάκι αυτό, φαίνεται το λιγότερο σαν τους βετεράνους στρατιωτικούς που βγαίνουν στην τηλεόραση και επιδεικνύουν έναντι αμοιβής τα σημάδια τους από τον πόλεμο… Αυτό συμβαίνει και με την Μπρουκ. Δεν υπάρχει σημείο πάνω στο κορμί της που να μην έχει μια ιστορία… Έχει πέσει κάτω, ούτε εγώ ξέρω, πόσες φορές από καναπέ, καρέκλα, τραπέζι, κρεβάτι… Κάθε πτώση κι ένα σημάδι… Τα κουνούπια από την άλλη πρέπει να πειραματίζονται καθημερινά πάνω της… Προχθές έκλεισε τα δάχτυλά της έξω από το παράθυρο και από το κλάμα της ξεσήκωσε ολόκληρο το οικοδομικό τετράγωνο…

Η Μπρουκ είναι ένα κοριτσάκι που αν μη τι άλλο σε κάνει να το κοιτάξεις με δέος… για πολλούς λόγους… Καταρχήν επειδή… ζει ακόμα… Ζει σαν τις κατσαρίδες μετά από πυρηνικό ατύχημα… Ζει σαν εφτάψυχη γάτα… Μάλιστα, κάποια στιγμή δεν κρατήθηκα κι άρχισα να νιαουρίζω για να διαπιστώσω αν γνωρίζει την γλώσσα… Και να ήταν μόνο αυτό… Η Μπρουκ, εκτός του ότι τρώει οτιδήποτε είναι σταθερό ή κινείται και κάνει το λάθος να περάσει από μπροστά της, είναι και εξαιρετικά ταλαντούχα… Γυρίζει από μπρούμυτα, ανάσκελα με μια περιστροφή μόνο, μέσα σε δέκατα του δευτερολέπτου… Μπροστά σ’ αυτή τη κίνηση ακόμα και ο Λουκάς εντυπωσιάστηκε… και έμεινε να την κοιτάζει σαν μπουνταλάς, πράγμα που τον έκανε περισσότερο αξιαγάπητο…

Ουφ!

Η Μπρουκ θα μπορούσε να ήταν μια από τις καλεσμένες στο πάρτι για τα πρώτα γενέθλια του Λουκά τον Αύγουστο, αν δεν επέπιπτε σε τρία τραγικά λάθη:

α) αν δεν χτυπούσε τον Λουκά στο κεφάλι δυο φορές

β) αν δεν γκρέμιζε με μια κλωτσιά το προστατευτικό τείχος του κάστρου που χτίσαμε στην άμμο

γ) αν δεν φώναζε συνέχεια… «μαμά… μαμά» (όταν φυσικά δεν έτρωγε άμμο), μια λέξη αν όχι απαγορευμένη, εντελώς άχρηστη για το λεξιλόγιο του Λουκά.

Categories: Γέννηση

Ο πυρετός του Λουκά

«Είμαι τόσο ερωτευμένος μαζί σου…», μου λέει ψιθυριστά για να μην ξυπνήσει τον Λουκά που κοιμάται στην αγκαλιά μου για να μπορώ να ελέγχω στο μέτωπό του αν έπεσε ή όχι ο πυρετός που τον ταλαιπωρεί από χθες, μετά το εμβόλιο που έκανε… Αν και είμαι προσηλωμένος στον Λουκά, ακούω τη φωνή του… τόσο σταθερή… τόσο δυνατή… Τα ακροδάχτυλά του ακουμπούν στον αυχένα μου που είναι ιδρωμένος… Με τραβά προς το μέρος του και μου ανοίγει την αγκαλιά του… Μαζί μ’ εμένα χαίρεται την αγκαλιά και ο Λουκάς, αν και δεν νομίζω να καταλαβαίνει τίποτα μέσα στον ύπνο του… Έρχομαι πιο κοντά στην καρδιά του… Οι λέξεις που είμαι έτοιμος να πω, κολλούν στην γλώσσα μου και μένουν εκεί ζεσταίνοντας το στόμα μου… Δυο όμως καταφέρνουν να αποδράσουν…

«Κι εγώ…», του λέω…

Ακουμπώ το κεφάλι μου στο πρόσωπό του, και κουρνιάζω με όλη την τρυφερότητά μου στην αγκαλιά του… Αισθάνομαι τόση αγάπη…

«Δεν χρειάζεται να μου απαντάς όταν σου λέω κάτι…», μου λέει…

Τα ευκίνητα δάχτυλά του πιάνουν ένα από τα τσιγάρα μου και το τοποθετούν στο στόμα του, ανάμεσα στα χείλια…

«Γίνεται να μη καπνίσεις;», τον ρωτώ…

«Φυσικά…», μου απαντά…

Ο ήχος της φωνής του είναι τόσο γλυκός… τόσο ήρεμος…

Αισθάνομαι τα χέρια του στο κεφάλι μου… Τα δάχτυλά του γλιστρούν στα μαλλιά μου… Ό, τι κάνει αυτός σ’ εμένα, κάνω εγώ στον Λουκά… Οι αντιδράσεις μας όμως είναι διαφορετικές… Εγώ χαμογελώ ευχαριστημένος, ενώ ο Λουκάς τινάζεται σαν να προσπαθεί να με εμποδίσει να τον ακουμπήσω…

Από τον πυρετό, η θερμοκρασία του κορμιού του είναι τόσο υψηλή που ταξιδεύει και το δικό μου…

«Τρέμεις;», με ρωτάει…

«Όχι εγώ… ο Λουκάς…», του απαντώ…

«Είναι μια φυσιολογική αντίδραση του οργανισμού του στον εμβολιασμό… Μην ανησυχείς…», μου λέει…

Σκύβει και φέρνει από το πλάι τα χείλια του κοντά στα δικά μου… Με την άκρη της γλώσσας του ανοίγει τα χείλια μου και γεμίζει το στόμα μου…

«Άσε με να σε γεμίζω με την αγάπη μου…», μου λέει…

Πλένει το στόμα μου με τα σάλια του…

Προσπαθώ να μην αναστενάξω για να μη ξυπνήσω τον Λουκά… Η σιωπή κυριαρχεί στο δωμάτιο… Τα χέρια του γλιστρούν στο κορμί μου… Τα χέρια μου γλιστρούν στις απαλές πατούσες του Λουκά… Σκύβει πάνω μου και περνάει τα χείλια του πάνω από τα σημεία που λίγο πριν πέρασαν τα δάχτυλά του… Ακριβώς το ίδιο κάνω κι εγώ στον Λουκά…

«Σ’ αγαπώ τόσο πολύ…», μου λέει…

«Κι εγώ…», του λέω…

Categories: Γέννηση

Προτεραιότητα στην αγάπη

Κάθομαι εδώ και κοιτώ τον γιό μου, τον Λουκά, να παίζει… να κάνει θόρυβο γελώντας και ξεφυσώντας… Σκέφτομαι απλά, πόσο πολύ αγαπώ αυτό το παιδί… Συνειδητοποιώ γιατί τα παιδιά είναι για τους γονείς τους τόσο πολύτιμα… Τον αγαπώ, τον αγαπώ…

Αγαπώ το γέλιο του… με αναγκάζει να γελώ όποτε γελά κι αυτός… με αναγκάζει να γελώ μαζί του…

Τον αγαπώ όταν βγάζει κραυγές σαν πειρατής, είναι ένας από τους πιο αστείους ήχους που έχω ακούσει ποτέ…

Τον αγαπώ όταν μας παρακολουθεί… είμαστε οι μόνοι που μπορούμε και κερδίζουμε την προσοχή του

Τον αγαπώ γιατί μας αφήνει άγρυπνους, επίτηδες, για να έρθουμε κοντά… ο μπαμπάς του κι εγώ… Τα περισσότερα μωρά κλαίνε όταν οι πάνες τους είναι βρώμικες, όχι όμως και ο Λουκάς…

Τον αγαπώ για την συμπεριφορά του. Κανένα μωρό δεν είναι τόσο ήσυχο…

Αγαπώ τα χαμόγελά του όταν παίζουμε

Τον αγαπώ όταν αρπάζει τα μαλλιά μου και κραυγάζει…

Τον αγαπώ γιατί έχει τα μάτια του άντρα μου αγαπώ, αλλά τις εκφράσεις του δικού μου προσώπου…

Τον αγαπώ γιατί είναι ευγενικός, και καθόλου επιθετικός όπως τα άλλα μωρά…

Τον αγαπώ γιατί χορεύει όταν ακούμε μουσική

Τον αγαπώ γιατί αγαπά τη μουσική

Τον αγαπώ γιατί μας κηρύσσει πόλεμο όταν επιχειρούμε να του αλλάξουμε τις πάνες

Τον αγαπώ όταν προσπαθώντας να με αγκαλιάσει δεν τα καταφέρνει και με ψεκάζει με τα σάλια του. Είναι τόσο χαριτωμένος

Τον αγαπώ γιατί μεγαλώνει πολύ γρήγορα…

Τον αγαπώ γιατί του αρέσει να μαθαίνει. Δείχνει πολύ-πολύ έξυπνος

Τον αγαπώ όταν μπουσουλάει γιατί γλιστρά όπως ένα φίδι

Τον αγαπώ γιατί φαίνεται να ξέρει ότι οι μπαμπάδες του δεν είναι όπως οι περισσότεροι άνθρωποι

Τον αγαπώ επειδή μ’ αγαπάει…

Τον αγαπώ όταν αναστατώνεται που του μιλώ

Τον αγαπώ γιατί είμαι η πρώτη αγάπη της ζωής του

Τον αγαπώ γιατί μοιράζεται το αίμα μου πραγματικά

Τον αγαπώ γιατί είναι μια ακόμη απόδειξη της αγάπης με τον σύντροφό μου

Τον αγαπώ γιατί είναι ο γιός μου, η σάρκα μου… το αίμα μου

Τον αγαπώ…

Categories: Γέννηση

Βρασμένο αβγό

Μου δίνει τα σπασμένα τσόφλια του αυγού στο χέρι κι εκείνη τη στιγμή τα δάχτυλά μας συναντιούνται… Είναι η πρώτη φορά που τα δάχτυλά μας αγγίζονται αυτό το πρωί… Αισθάνθηκα περίεργα, γι’ αυτό και το γράφω…

Σηκώθηκα πολύ πρωί για να βράσω το τελευταίο από τα οκτώ αβγά που είχα αγοράσει την Παρασκευή που μας πέρασε, ειδικά για τον Λουκά… Ένα από αυτά το έφερα στο σπίτι ραγισμένο, γιατί μιλούσα στο τηλέφωνο και ξέχασα ότι κρατούσα στο χέρι μου μια χαρτοσακούλα γεμάτη αβγά… Ο υπάλληλος του καταστήματος που τα αγόρασα, μου είπε πως τα φέρνει παραγγελία από την Ελλάδα κάθε είκοσι μέρες… Δεν μου αρέσουν καθόλου ως φαγητό τα αβγά, αλλά η μητέρα μου επιμένει ότι ο Λουκάς πρέπει να τα τρώει από τώρα που είναι μικρός…

Το χέρι του είναι πολύ ζεστό και απροσδόκητα τραχύ. Οι αντίχειρές του έτσι όπως κάμπτονται θυμίζουν ημισεληνοειδή φεγγάρια… Κάθομαι και μετρώ τα κομμάτια από τα τσόφλια… Είναι οκτώ, όσα ακριβώς και τα αβγά που είχα αγοράσει αν και επισήμως είπα ότι αγόρασα επτά… Αφήνω τα τσόφλια στην άκρη και κοιτάζω επίμονα τα χέρια του… τα δάχτυλά του… Τα βλέπω και με ηρεμούν, ενώ χθες τα έβλεπα να μου σχίζει το παλιό πουκάμισο που φορούσα και για να πω την αλήθεια, το φοβήθηκα… έστω και για λίγο…

Ενώ ετοιμάζει το αβγό για τον Λουκά, χτυπώντας το μ’ ένα μικρό κουταλάκι… σηκώνομαι και κατσαρώνω στην αγκαλιά του σαν μικρό παιδί που φοβάται τα αποτελέσματα της ζαβολιάς που έκανε… Αισθάνομαι σαν πλοίο που μόλις αγκυροβόλησε στο ναυπηγείο για επιδιόρθωση… Το επόμενο βήμα μου είναι να τον φιλήσω… να τον φιλήσω λίγο κάτω από τα μάτια του που γυαλίζουν…

Χαϊδεύει τρυφερά την κορυφή του κεφαλιού μου και σκύβοντας μου δίνει ένα φιλί… Απομακρύνεται κακαρίζοντας σαν να είναι κότα… Τον ακολουθώ. Γίνομαι σκιά του… Γίνομαι η συνέχεια των ρούχων που φορά. Γίνομαι τα ίχνη που αφήνουν οι πατούσες του στο πάτωμα… Τον παρακολουθώ από μακριά να ταΐζει τον Λουκά… Μετά από κάθε μπουκιά του σκουπίζει το στόμα με την άκρη της σαλιάρας… Θέλω να ταΐσει κι εμένα…

Ο Λουκάς έχει αποκτήσει μια συνήθεια να πιάνεται από το χέρι αυτού που αναλαμβάνει να τον ταΐσει… Δεν ξέρω γιατί… Μάλλον θέλει να εξασφαλίσει πως το φαγητό θα καταλήξει όλο σ’ αυτόν και σε κανέναν άλλο… Σ’ αυτό σίγουρα έχει μοιάσει εμένα…

Έξω ο ουρανός είναι συννεφιασμένος. Θα βρέξει ξανά… Μπορώ να δω ξεκάθαρα τα σημάδια λίγο πριν από μια μεγάλη θύελλα… Θυμάμαι τον φόβο που είχα ως παιδί για τις θύελλες… έναν φόβο σαν κάτι φοβερό και τρομερό να ήταν έτοιμο να συμβεί…

«Τι κάνουν οι άντρες μου;», λέω και πλησιάζοντας, κρέμομαι χαλαρά από τα πλευρά του… Η φωνή μου είναι τόσο ήρεμη όταν βλέπω εικόνες σαν κι αυτές… Έτσι όπως βρίσκομαι μπροστά στο παράθυρο, παρατηρώ τα σύννεφα στον ουρανό… Θα βρέξει στα σίγουρα…

«Τρώμε…», μου απαντάει και γυρίζοντας το κεφάλι του προς το μέρος μου αισθάνομαι το βλέμμα του στο πρόσωπό μου. Ο Λουκάς μας χαζεύει με το στόμα ανοικτό, με αποτέλεσμα η τελευταία μπουκιά του να έχει ήδη λερώσει το πηγούνι του…

«Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο καύλα είσαι όταν τον ταΐζεις…», του λέω ψιθυριστά και του κάνω νόημα να καταλάβει ότι ο πούτσος μου έχει πρηστεί…

Του πιάνω το χέρι. Την τελευταία μπουκιά την δίνουμε μαζί στον Λουκά…

Οι πρώτες ψιχάλες της βροχής πέφτουν…

Categories: Γέννηση

Η ηρεμία μετά την θύελλα

Μου αρέσει να βλέπω την βροχή να πέφτει… Μου αρέσουν οι ψιχάλες της βροχής, μου αρέσουν και οι θύελλες… Ο τρόπος που αλλάζουν χρώματα και σχήματα τα σύννεφα, είναι τόσο όμορφος… Τα σύννεφα χάνουν το χρώμα του ήλιου και γίνονται γκρίζα… σκοτεινά, πιο κρύα… Ένα βίαιο χτύπημα από βροντές αναστατώνουν τα πάντα και προτού προλάβουν να συνηθίσουν τον ήχο τους τα αυτιά, εμφανίζονται οι αστραπές, οι οποίες και συνοδεύονται από μια μυρωδιά σαν κάτι να καίγεται στον αέρα…

Όταν η αστραπή σχίζει τον ουρανό στα δυο, γοητεύομαι από την δύναμη της φύσης… Ο Λουκάς με κοιτάζει στα μάτια. Δεν ξέρει πώς να αντιδράσει σ’ αυτό το μοναδικό θέαμα… να κλάψει ή να γελάσει; Ή μήπως να τα συνδυάσει και τα δυο, ανάλογα με την περίπτωση; Πρέπει να μεγαλώσει περισσότερο για να του εξηγήσω πως η ομορφιά είναι μια έννοια ακατανόητη… Κάθομαι αναπαυτικά στην πολυθρόνα κρατώντας τον Λουκά στην αγκαλιά μου και συνειδητοποιώ πόσα πράγματα πρέπει να του εξηγήσω όταν θ’ αρχίσει να ρωτάει δείχνοντας τα πάντα με τα δαχτυλάκια του…

Το βάναυσο για πολλούς μέρος μιας θύελλας ολοκληρώνεται μέσα σε λίγα λεπτά… Οι βροντές δεν ακούγονται πλέον και οι αστραπές εξασθενίζουν… Τα σύννεφα κάνουν εμπόριο με την αλλαγή των χρωμάτων… Η βροχή πέφτει με την μορφή αραιών σταγόνων, το σφυροκόπημα στα τζάμια είναι μια ανάμνηση μακρινή… Ο αέρας είναι πιο τραγανός… καθαρότερος… Η μυρωδιά της υγρασίας φτάνει στα ρουθούνια μου έστω και με τα παράθυρα κλειστά…

Σηκώνομαι, έχοντας πάντα τον Λουκά στην αγκαλιά και στέκομαι πολύ κοντά σ’ ένα από τα παράθυρα… Κυνηγώ με τα δάχτυλά μου τις σταγόνες της βροχής που κυλάνε στο τζάμι… Θ’ ακουστεί αστείο, αλλά ένας από τους λόγους που λατρεύω τις θύελλες είναι γιατί μου θυμίζουν τον χαρακτήρα του πατέρα μου… τον τρόπο που οργιζόταν και το χρώμα που έπαιρνε το πρόσωπό του ένα στάδιο πριν από την ανατίναξη… την ανατίναξη που δεν ερχόταν σχεδόν ποτέ… σαν να κρατούσε τα πάντα μέσα του, κλειδωμένα… Είμαι σίγουρος πως όλα σιγόβραζαν μέσα του και μόνο αυτός γνώριζε πως από την θύελλα περνούσε στην ηρεμία…

Στέκομαι μπροστά στο παράθυρο και κοιτάζω αδιάκριτα τα σύννεφα να συγκεντρώνονται ξανά… έτοιμα για έναν ακόμη γύρο βροχής… Ο ουρανός έχει καλυφθεί, αλλά μπορώ να δω το φως στον ορίζοντα… Το σούρουπο σέρνεται θέλοντας να δώσει ένα τέλος στην ημέρα…

Αισθάνομαι ένα ρίγος στο πλάι του λαιμού μου… Η μύτη του Λουκά είναι κολλημένη πάνω μου… Ένα χαμόγελο παίζει από ώρα στα χείλια του… Του χαμογελώ κι εγώ και ζεσταίνω το κεφάλι του με την ανάσα μου…

«Ξέρεις… αυτά τα κόλπα μου τα κάνει και ο άλλος σου μπαμπάς…», του λέω…

Ξέρω ότι μπορεί να με καταλάβει…

Γλιστρώ τα δάχτυλά μου στα χέρια του… στο κορμί του… στη πλάτη του… Τον τυλίγω στην αγκαλιά μου… Τον φιλώ στο σαγόνι… Χαμογελά και με ψεκάζει με σάλια… Με αγκαλιάζει…

Αισθάνομαι μια ακόμη αναπνοή στον αυχένα μου… Η καρδιά μου αναπηδά και μερικοί χτύποι χάνονται… Χωρίς να το καταλάβω ο Μιχάλης είναι κι αυτός δίπλα μας… στέκεται κι αυτός στο παράθυρο… Δεν περίμενα να ήταν εδώ, αλλά στον πατέρα του… Αρπάζει τον Λουκά από τα χέρια μου και τον σηκώνει ψηλά… του κάνει αεροπλανάκι… Οι μυς του κυματίζουν κάτω από το λινό πουκάμισό του και το παντελόνι αγκαλιάζει σφικτά τα πόδια του…

Κρυφά φέρνω τα χέρια μου πάνω στο δέρμα του αφήνοντας με να αντιπαραβάλλω τη θερμοκρασία του κορμιού του σε σχέση μ’ αυτή του Λουκά που τόση ώρα κρατούσα στην αγκαλιά μου… Τεντώνω το κεφάλι μου και του δίνω ένα φιλί στη σάρκα του λαιμού του… Αφήνω τα χέρια μου να στηριχτούν πάνω στο στήθος του… Πιέζω το κορμί μου πάνω του και αισθάνομαι τους μυς του…

Τα μάτια μου περιπλανιούνται στο πρόσωπό του. Η ομορφιά του καταφέρνει πάντα να μου θυμίζει αυτή του Λουκά… Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα είναι ακριβώς τα ίδια, κυρίως τα μάτια… Λαμπιρίζουν και των δυο ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, σαν να θέλουν να με μπερδέψουν για το χρώμα τους…

Φιλώ ξανά τον λαιμό του… Δένω τον αντίχειρά του με τον δικό μου αντίχειρα… Κάπου εκεί παρεμβάλλεται και το μικροσκοπικό χεράκι του Λουκά… Θέλει να σιγουρευτεί για το γεγονός ότι πετυχαίνει πάντα να κερδίζει το ενδιαφέρον μας… Είναι κουρασμένος και θέλει να κοιμηθεί… Τα βλέφαρά του είναι βαριά… Έτσι κι αλλιώς είδε τόσα ενδιαφέροντα πράγματα απόψε…

Με το που τον ξαπλώνουμε στην κούνια του, τοποθετώ τα χέρια μου σε κάθε μια από τις πλευρές του προσώπου του, ζουλώ τα μάγουλά του και του τα φιλώ… για λίγα δευτερόλεπτα ή για ένα ολοκληρωμένο λεπτό…

«Καληνύχτα πιτσιρίκο…», του λέω, αλλά δεν ξέρω αν καταλαβαίνει ότι αυτό που του είπα είναι μια ακόμη ευχή…

Categories: Γέννηση

Η μέρα που είπε: “Μπαμπά”

«Μιχάλη, Μιχάλη…», φώναξα χωρίς ανάσα… «… ο Λουκάς με είπε μπαμπά!»

«Είσαι σίγουρος ότι δεν είπε εμένα;», μου είπε… χαμογελώντας…

Έτρεξα και χώθηκα στην αγκαλιά του… Δάκρυα χαράς κυλούσαν από τα μάτια μου. Αμέσως άρχισα να τον φιλώ… Ξέρω ότι δεν του αρέσει να με βλέπει να κλαίω, αλλά δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά…

«Είναι δάκρυα χαράς, μωρό μου… δάκρυα ευτυχίας…», του είπα…

Η σημερινή ημέρα θα χαραχθεί στο μυαλό μου. Δεν πρόκειται ποτέ να την ξεχάσω όσο θα ζω…

«Μιχάλη μου…», του είπα λαχανιάζοντας και σήκωσα το κεφάλι ψηλά… Άφησα τα χείλια του και έδωσα ένα φιλί στο μέτωπο… Στο μυαλό μου ετοίμαζα ήδη μια επίθεση με φιλιά στον λαιμό του… Ήρεμοι αναστεναγμοί, δραπέτευσαν από το στόμα μου καίγοντας επικίνδυνα το πρόσωπό του…

«Πρέπει να του μάθουμε να λέει και άλλες λέξεις…», του είπα φιλώντας τον στο πιο τέλειο σημείο… ακριβώς κάτω από το σαγόνι… Η απάντησή του ήταν ένα βογγητό…

«Λίγο νωρίς δεν είναι;», με ρώτησε…

«Μιχάλη μου…», μουρμούρισα και πίεσα ένα φιλί στα χείλια του… Είδα λίγα σάλια να κυλούν από την δεξιά άκρη των χειλιών του… Τα σκούπισα με τα δάχτυλά μου δείχνοντάς τον πόσο μ’ αρέσει να τον φροντίζω… Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το ξέρει. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι δεν θα σταματήσω ποτέ να τον φροντίζω. Υπάρχει όμως και ο Λουκάς που με κάνει να χάνω το οποιοδήποτε ίχνος εγωισμού… με αναγκάζει να τον βάζω πάνω απ’ όλα… πάνω από οποιοδήποτε άλλο άνθρωπο, συμπεριλαμβανόμενου και του Μιχάλη…

«Πρέπει να φανείς πιο λογικός, Άλεξ…», μου είπε ήρεμα, παίρνοντας τα χείλια του από τα χείλια μου λίγο προτού του τα ντύσω με περισσότερο φιλιά… Αναστέναξα. Με τα μάτια της φαντασίας μου είδα τον Λουκά να μπουσουλάει και να σέρνεται γύρω από τα πόδια μας… Σε ένα-δυο μήνες, είμαι σίγουρος, θα θέλει να ανακαλύπτει κάθε πιθανό και απίθανο χώρο του σπιτιού… Θα βρίσκεται συνεχώς μπροστά μας. Τέρμα πλέον οι επισκέψεις στο δωμάτιό του…

«Βιάζεσαι… έχουμε καιρό μπροστά μας…», μου είπε…

«Πάμε να τον ακούσουμε ξανά;», τον ρώτησα… γαντζώνοντας με το μπράτσο μου τον λαιμό του και σέρνοντάς τον προς το δωμάτιο του Λουκά…

Categories: Γέννηση

Η πρώτη πτώση

Απριλίου 20, 2009 Αλέξανδρος 2 σχόλια

Σταμάτα να κλαίς
Στήριξε το κεφάλι σου στον ώμο μου
Όλα είναι εντάξει… όλα είναι υπό έλεγχο
Δεν χρειάζεται να φοβάσαι, αγόρι μου
Κοίταξέ με, είμαι εδώ για σένα
Δεν υπάρχει τίποτα που να μη μπορώ να κάνω για σένα
Μην ανησυχείς, είμαι εδώ… νύχτα και μέρα
Θα σε παρακαλέσω όμως άλλη φορά να μη κάνεις βιαστικές κινήσεις
Όλοι μας κάποτε πέσαμε στη προσπάθειά μας να περπατήσουμε
Θα σε συμβουλεύσω να πατάς στο έδαφος με όλη σου τη δύναμη
και η μόνη σου σκέψη να είναι πως θα γυρίσεις πίσω
Γι’ αυτό δεν πρέπει να απομακρύνεσαι αρκετά
Τα βήματά σου πρέπει να είναι μετρημένα
Σε παρακαλώ να θα θυμάσαι αυτά
γιατί οι μνήμες μας εξασθενίζουν σαν το μελάνι πάνω στο γραπτά
Σε παρακαλώ θα θυμάσαι τις συμβουλές μου
κι εγώ θα λέω μια προσευχή σε κάθε βήμα σου
ελαττώνοντας έτσι την πιθανότητα να βρεθείς στο έδαφος ξανά
Θα ήταν καλό να με άφηνες να σε πιάνω από το χέρι
να σε βοηθήσω μέχρι να βρεις τον τρόπο σου να ισορροπείς
Έλα, σταμάτα να κλαίς, είμαι εδώ για σένα
Να, θα σου δώσω ένα φιλί και όλα θα περάσουν
Ξέρεις τι μου έλεγε εμένα ο πατέρας μου όταν έπεφτα;
Μετά από κάθε πτώση γίνεσαι πιο δυνατός από πριν
Μετά από κάθε πτώση πεισμώνεις, γιατί δεν θέλεις να σου ξανασυμβεί
Αλλά και να πέσεις ξανά
να θυμάσαι πως θα σε σηκώσω εγώ
Έλα να προσπαθήσουμε μαζί
Μη φοβάσαι…
Θα σε κρατώ …
Μια ημέρα θα τρέχεις σε όλα τα δωμάτια του σπιτιού
Θα σκαρφαλώνεις παντού… θα δεις
Έλα, σταμάτα να κλαίς…

Categories: Γέννηση

Κύκλοι στο πάτωμα

«Μ’ αγαπάς;»

Άντε πάλι… θα πεις. Κι όμως, εγώ, θα σε ρωτώ κάθε φορά γιατί μ’ αρέσει η απάντηση που μου δίνεις… Μπορώ ν’ ακούσω τις ρόδες του εγκέφαλού σου που περιστρέφονται… που αντιδρούν στην ερώτηση μου… Το μυαλό σου αναλαμβάνει να μου απαντήσει… απλά, και αρκετά εύκολα…

«Ναι…»

Να σε ρωτήσω κάτι άλλο; Γιατί όποτε σε ρωτώ σκέφτεσαι πάντα; Γιατί πάντα πρέπει να σκέφτεσαι όταν σε ρωτάω αν μ’ αγαπάς; Κανονικά δεν θα έπρεπε να μου επιτρέψεις να σε ρωτώ… Κανονικά δεν θα έπρεπε να επιτρέπεις στη σιωπή να παρεμβάλλεται μεταξύ της ερώτησής μου και της απάντησής σου… Έτσι δεν είναι;

Εντάξει. Καλά… θα μου απαντήσεις αργότερα σ’ αυτό. Περίμενε να σου πω κάτι άλλο…

Όταν είμαστε παιδιά, μωρά ακόμα, καθόμαστε στο πάτωμα και σχεδιάζουμε μικρούς-μικρούς κύκλους… Χωρίς να καταλαβαίνουμε τι ακριβώς κάνουμε παίρνουμε ένα μολύβι, έναν χρωματιστό μαρκαδόρο ή μια κιμωλία και σύρουμε γραμμές γύρω-γύρω από τον εαυτό μας σαν να θέλουμε να μας χωρίσουμε από τον υπόλοιπο χώρο. Γιατί το κάνουμε αυτό; Για να δείξουμε που στεκόμαστε; Γιατί θέλουμε να αντιμετωπίσουμε τον κόσμο πάνω σ’ ένα εικονικό βάθρο; Γιατί θέλουμε να ξεχωρίζουμε; Μήπως αυτοί οι κύκλοι δεν είναι κύκλοι αλλά η πρώτη μας προσπάθεια να ζωγραφίσουμε καρδιές για να δείξουμε στους άλλους ότι θέλουμε να μας αγαπούν;

Σκέψου καλά…

Θυμήσου τον εαυτό σου τότε που ήσουν μωρό… Θυμήσου τα πρώτα βήματά σου… τους πρώτους ανθρώπους που αγάπησες. Ήταν οι γονείς σου ή οι φίλοι σου; Ήταν οι παππούδες και οι γιαγιάδες σου; Σκέψου… Ακόμη και τα κατοικίδια ζώα μετρούν… Το σημαντικό είναι να μου πεις: Αυτούς που αγαπούσες τους έβαζες μέσα στους κύκλους που ζωγράφιζες ή τους άφηνες απ’ έξω; Ζωγράφιζες ή βαριόσουν; Ζωγράφιζες ή λυπόσουν να χαλάσεις να μολύβια σου ζωγραφίζοντας κύκλους γύρω τους;

Σήμερα παρατηρούσα τα πρώτα βήματα του Λουκά και σκεφτόμουν κάτι πράγματα όπως αυτά που σε ρώτησα. Τον έβλεπα να κινείται κι ενώ αρχικά χάρηκα, στη συνέχεια πόνεσα γιατί έφευγε από τα χέρια μου… Τον έβλεπα να κινείται, να απομακρύνεται για περίπου ένα μέτρο και αμέσως να επιστρέφει σ’ εμένα… και αναρωτήθηκα… Καταλαβαίνει ποιος είμαι εγώ; Και αν καταλαβαίνει και του δώσω ένα μολύβι να ζωγραφίσει θα κάνει έναν κύκλο που θα περικλείει και τους δυο μας ή θα με αφήσει απ’ έξω; Θα υπάρχει μια θέση για μένα στο χώρο του;

Θα με πεις υπερβολικό, ναι… ο φόβος είναι πάντα ριζωμένος στη σκέψη μου σε ότι αφορά τον Λουκά… Είναι ένας φόβος μέχρι να αρχίσει να μιλάει. Γιατί τότε θα τον ρωτώ όπως εσένα…

«Μ’ αγαπάς;»

Κι αυτός θα μου απαντάει…  και θα έρχεται στην αγκαλιά μου για να ψαρέψει φιλιά… και θα με βλέπει σαν πρίγκιπα της παιδικής του ηλικίας μέχρι να μεγαλώσει και να βρει κάτι άλλο…

Δεν σε απασχολώ, έτσι δεν είναι;

Έπρεπε να λείψεις για να σηκωθώ και να παλέψω με πράγματα που πίστευα ότι ήταν δεδομένα… Σήμερα δεν έκανα τίποτα άλλο, παρά να προσέχω τον Λουκά. Έχω απορροφηθεί πραγματικά. Βγήκαμε και βόλτα στο πάρκο. Είχε και μια λιακάδα… Να ‘βλεπες πως κοιτούσε τα σύννεφα στον ουρανό από τη στιγμή που του είπα ότι είναι ιπτάμενοι ελέφαντες… Έλα, μη φοβάσαι… Δεν θα τον κάνω έναν ανόητο άγγελο. Τα παιδιά στην ηλικία του πρέπει να πιστεύουν στα παραμύθια, στο μη πραγματικό… ακόμα και στο χιόνι μέσα στο καλοκαίρι…

Διαφωνείς;

Καλά, έλα πίσω και θα το διαπραγματευτούμε αυτό…

Απάντησέ μου τώρα…

Η ερώτηση ήταν… σου θυμίζω…

«Μ’ αγαπάς;»

Ο Λουκάς… το πρωί

Ω! Κοίταξέ τον! Κοιμάται. Η καρδιά μου λειώνει ξανά… λειώνει όποτε τον βλέπω. Η αθωότητά του ενισχύει την λατρεία μου… Δεν αναφέρω τίποτα για την αγάπη μου, γιατί η αγάπη μου γι’ αυτόν είναι απέραντη και δεν μπορεί να υπολογιστεί… Τον πλησιάζω και συνειδητά ένα τρυφερό χαμόγελο στολίζει το πρόσωπό μου… Η εικόνα του θεραπεύει κάθε στενοχώρια μου… Αυτό το χλωμό ροζ χρώμα στο λευκό των μάγουλών του μου θυμίζει γάλα με φράουλες ή γιαούρτι που το λεκιάζεις με πηχτό σιρόπι κεράσι για να εκλεπτύνεις την γεύση του… Δεν μπορώ να αρνηθώ ότι είμαι περήφανος που είμαι πατέρας του. Δεν θέλω να υπαινιχθώ τίποτε για εξωτερικές ομοιότητες μ’ εμένα ή με τον Μιχάλη, αλλά έχω προσπαθήσει πολλές φορές να τον φέρω μπροστά στον καθρέφτη, ακριβώς δίπλα μου, για να μπορέσω να τις διακρίνω… Το πιο χαρακτηριστικό, κοινό μας γνώρισμα, είναι η άνεση με την οποία μένουμε προσκολλημένοι σε άτομα που τα βλέπουμε ως λυτρωτές ή φύλακες… Σ’ αυτό μοιάζουμε σίγουρα και κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει…
Α! Είναι και κάτι άλλο… Πάσχουμε και οι δυο από την ίδια συμπαθητική αφέλεια… μόνο που αυτός δικαιολογείται λόγω ηλικίας, ενώ εγώ όχι… Την έχω από παιδί… συνεχίζω να την έχω… και απ’ ότι φαίνεται τόλμησα να την κληροδοτήσω και στον απόγονό μου… Από ένα πράγμα είχα την ευκαιρία να τον προστατεύσω… και… απέτυχα… Αν και σκέφτομαι ότι εξαιτίας αυτής της αφέλειας μπορεί να χτίσει στο μέλλον έναν πολύ ενδιαφέροντα χαρακτήρα… ποιος ξέρει;
Τα μαλλιά του είναι πολύ απαλά και σπαστά… έτσι ακριβώς όπως τα ήθελα… Μπροστά καλύπτουν το μέτωπό του και ραγίζουν σε μπούκλες όταν φτάνουν στα φρύδια του… Στα μαλλιά του βλέπω την εικόνα του Μιχάλη και την εικόνα του πατέρα μου. Αν υπήρχε στη ζωή και ήταν ένας άλλος άνθρωπος που θα αποδεχόταν τις επιλογές μου, θα τον έβλεπε και θα έβρισκε τις ομοιότητες: καστανά μαλλιά, χλωμό δέρμα. Και τότε θα πήγαινα δίπλα του και θα τον βοηθούσα να βρει κι άλλες… την σμιλευμένη γνάθο, την ευθεία μύτη, τα λεπτά χείλια που χαρίζουν έκφραση ακόμα και όταν το πρόσωπο είναι κενό…
Τοποθετώ ένα χέρι στο μάγουλό του. Θα σκότωνα οτιδήποτε θα περνούσε από μπροστά μου και θα με εμπόδιζε να τον αγγίξω, ακόμα και τον αέρα… Αφήνω έναν αναστεναγμό να υποχωρήσει από το στόμα μου, την κατάλληλη στιγμή, ώστε όταν φτάσει στο πρόσωπό του να έχει την ζεστασιά της ανάσας… Σκύβω δαγκώνοντας το χείλι μου αντιδρώντας σ’ ένα δάκρυ συγκίνησης που κυλάει στο μάγουλό μου και καταλήγει στο πίσω μέρος του λαιμού μου… Παίρνω μια ανάσα και πιέζω τα χείλια μου στο πρόσωπό του… Η όρασή μου θολώνεται καθώς απομακρύνομαι…
Τα μάτια του αρχίζουν να κινούνται κάτω από τα βλέφαρά του…
«Τα, τα, τα, τα…τα…», λέει χαμογελώντας και μάλλον στη δική του γλώσσα αυτό σημαίνει «Καλημέρα»
Τα πόδια και τα χέρια του μετατοπίζονται κάτω από τα σκεπάσματα. Καθώς ξεκινά να κινείται το δέρμα του ζαρώνει και τσαλακώνεται τόσο χαριτωμένα…
Αφήνω το δωμάτιο για να ετοιμάσω το πρωινό του…

Categories: Γέννηση

Χρησιμοποιώντας τον Λουκά

«Έχω μια ερώτηση…», μου λέει τρώγοντας την τελευταία πιρουνιά από τα ραβιόλια που περίσσεψαν…
«Όχι άλλη ερώτηση, δεν αντέχω…», του λέω… με αγανάκτηση βάζω το μάγουλό μου ενάντια στη πόρτα του ψυγείου και το αφήνω να γλιστρήσει, να περάσει ανάμεσα από τα χαρτάκια με τις σημειώσεις που τα μάτια μου δεν προλαβαίνουν να διαβάσουν… Γυρίζω και τον κοιτάζω, ανήσυχος… Με κοιτάζει με τα τεράστια μάτια του…
«Όχι άλλη μια από τις ερωτήσεις σου…», αναστενάζω και εύχομαι από μέσα μου να μην μου την κάνει… Το βλέμμα του καταγράφει την αντίδρασή μου… Με πλησιάζει, με φιλά… Κρεμιέμαι πάνω του και σηκώνομαι στα δάχτυλα των ποδιών μου έτσι ώστε να βλέπω την εικόνα μας στον καθρέφτη που είναι κρεμασμένος στον απέναντι τοίχο…
«Πες πως είμαι ο Λουκάς και έχω απορίες. Δεν θα γίνεις ποτέ καλός πατέρας αν δεν έχεις υπομονή να απαντάς στις ερωτήσεις που σε κάνουν…», μου λέει…
«Όχι, όχι, όχι… αυτό που λες είναι πολύ σκληρό…», του λέω…
Είμαι σίγουρος πως η ερώτηση που θα μου κάνει θα έχει ξανά σχέση με το επικείμενο ταξίδι του στην Ελλάδα… για τα πράγματα που θα έπρεπε να πάρει μαζί του… για τα σχέδιά του τις ημέρες της παραμονής του εκεί… Κάθε φορά που μου υπενθυμίζει το ταξίδι του, αισθάνομαι ότι δεν καταλαβαίνει πόσο με στενοχωρεί που θα φύγει χωρίς εμένα, αναγκαστικά…
Με κοιτάζει στα μάτια και με φιλάει πάλι, ακουμπώντας τα χέρια του στο στήθος μου… Με φιλάει στα μάγουλα, πρώτα στο αριστερό κι έπειτα στο δεξί…
«Πες μου την ερώτησή σου…», του λέω…
Με φιλάει κάτω από τον λαιμό…
«Γιατί δεν αφήνουμε τον Λουκά στη μητέρα σου και να έρθεις κι εσύ μαζί μου;», με ρωτάει…
«Δεν γίνεται…», του λέω… και κρύβω το πρόσωπό μου στο στήθος του…
Αισθάνομαι τόσο ηλίθιος…
«Καλά δεν θα στο ξαναπώ…», μου λέει…
«Δεν ξέρω αν μπορώ να έρθω… δεν μπορώ να υποχρεώσω τη μητέρα μου να μείνει περισσότερες ημέρες εδώ…», του λέω…
Κρέμομαι από πάνω του… Ξαφνικά αισθάνομαι τόσο κοντός…
Ρουφάει τα χείλια μου και γελάει…
«Ξέρεις τι σκέφτομαι;», με ρωτάει και αρπάζει τον κώλο μου και με τα δυο του χέρια… «… σκέφτομαι ότι μισείς τους γονείς μου και δεν θέλεις να έρθεις…»
«Ναι;», τον ρωτάω…
Η αλήθεια είναι ότι δεν αντέχω οικονομικά οποιοδήποτε ταξίδι προτού πληρωθώ για τη δουλειά που πρέπει να παραδώσω οπωσδήποτε μέχρι την επόμενη εβδομάδα… Δεν του το λέω όμως, γιατί θα αρχίσει να γκρινιάζει που δεν τον αφήνω να ψάξει για μια δουλειά κι αυτός… Ξέρω ότι δεν είναι σωστό, αλλά δεν το λέω…

—–

Αργότερα, την ίδια μέρα, είμαστε ξαπλωμένοι στο σκοτάδι χαζεύοντας στην τηλεόραση… Ακουμπώ το κεφάλι του στο στήθος του κοιτάζοντας επίμονα τις τρίχες που έχουν πυκνώσει στο γυμνό στήθος του… Κατά βάθος δεν θέλω να πάει στην Ελλάδα, αλλά δεν μπορώ να του απαγορεύσω να περάσει το Πάσχα με την οικογένειά του… Τον χαϊδεύω και του ταΐζω τα δάχτυλά μου, τα οποία μου τα επιστρέφει σαλιωμένα και θαμπά από την ανάσα του…
«Ξέρεις πόσο θα του λείψεις του Λουκά;», τον ρωτάω…
«Υποθέτω ότι κι αυτό στο είπε στη γλώσσα που γνωρίζετε μόνο εσύ κι αυτός…», μου λέει…
Γαμώτο, γαμώτο, γαμώτο… όλα τα παίρνει για αστεία!
«Το παιδί πρέπει να μεγαλώνει και με τους δυο γονείς του, εντάξει;», του λέω… φωνάζω στις μασχάλες του… φωνάζω… έτσι, χωρίς νόημα…
«Θα αλλάξω την ημέρα της αναχώρησης και θα φύγω την Μεγάλη Παρασκευή… για χάρη του Λουκά και μόνο…», μου λέει…
Στην τηλεόραση προβάλλεται μια ταινία για την αγάπη και την μοίρα… Θυμάμαι ότι ήθελα να την δω στον κινηματογράφο, αλλά δεν μπόρεσα… Απλώνω το χέρι μου μπροστά στο παντελόνι του και συμπιέζω την άκρη του πούτσου του… Δεν μπορώ να απολαύσω όπως θέλω το συναίσθημα… Κρύβω το κεφάλι μου κάτω από τη μασχάλη του και προσεύχομαι από μέσα μου να μην υπάρχουν διαθέσιμα εισιτήρια για την Μεγάλη Παρασκευή, αλλά για το Μεγάλο Σάββατο… Μερικές φορές το αποτέλεσμα μιας προσευχής μπορεί να είναι λιγότερο από μαγικό… Με τη σκέψη αυτή δεν μπορώ παρά να μη κρύψω ένα χαμόγελο…
«Σου άρεσε η ιδέα μου;», με ρωτάει…
«Ναι…», τσιρίζω στη μασχάλη του όπως ακριβώς ο Λουκάς…
Σκέφτομαι ότι δεν υπάρχει πιο έξυπνος τρόπος να χρησιμοποιείς το παιδί για να κρατήσεις τον σύντροφό σου κοντά σου…
Αυτό δεν έκαναν και οι δικοί μας γονείς στο κάτω-κάτω;

Categories: Γέννηση

Η ανυπομονησία του πατέρα

Ασθμαίνω στο κρεβάτι μας καθώς πέφτει πάνω μου… Δεν μπορώ να τον σταματήσω, αλλά τον κοιτάζω επίμονα, στα μάτια…
«Είσαι πραγματικά όμορφος για πατέρας…», του λέω…
Τα ακροδάχτυλά μου σέρνονται στο γυμνό του στήθος και λυγίζουν την ζώνη που κρατά το τζιν παντελόνι του σταθερό στη μέση… Λυγίζει τα χέρια του και τρέμει…
«Να το δεχτώ ως φιλοφρόνηση;», με ρωτάει… με τη βραχνή, ψιθυριστή φωνή του και σκύβει για να συλλάβει τα χείλια του με τα δικά μου…
«Όχι. Λέω την αλήθεια. Ο Λουκάς είναι περήφανος…», του απαντώ…
Ανταμείβομαι μ’ ένα χαμόγελο και ένα φιλί…
«Υποθέτω ότι σου το είπε κρυφά στο αυτί…», μου λέει…
Αισθάνομαι το χέρι του να χαϊδεύει το στομάχι μου…
Αισθάνομαι μια έντονη ανάγκη να με καβαλικέψει και να με καταβροχθίσει…
«Τρέμω στη σκέψη ότι θα πει πρώτο εσένα… μπαμπά…», του λέω…
Το βλέμμα μου ακολουθεί τις γραμμές του κορμιού του έως ότου το εγκαθιστώ στα μάτια του…
«Δεν μιλάς σοβαρά…», μου λέει…
«Ας αλλάξουμε θέμα…», προτείνω…
Χαμογελά…
«Σωστά, θα ήταν η τιμωρία σου αν συνέβαινε αυτό…», μου λέει και η φωνή του γίνεται ακόμα πιο χαμηλή καθώς η καρδιά μου χτυπάει ξανά δυνατά…
«Εκτός αν προλάβεις να με τιμωρήσεις εσύ…», του λέω… σαν να τον προκαλώ…
«Συμπεριφέρεσαι σαν μικρό αυθάδες παιδί…», μου λέει… με επιπλήττει
Μπορώ να αισθανθώ την αναπνοή του καυτή στο λαιμό μου… και τα δόντια του, τα χείλια του να πλησιάζουν τον λοβό του δεξιού μου αυτιού…
Κυματίζω τις βλεφαρίδες μου και κλείνω τα μάτια μου…
Τα δόντια του, συλλαμβάνουν τα χείλια μου, κρατώντας τα όμηρους…
«Μπα-μπά…», μουρμουρίζω με μαϊμουδίστικη φωνή
Αισθάνομαι το συγκρατημένο γέλιο του στο δέρμα πίσω από το αυτί μου…
Αχ, και να ήξερε ο Λουκάς με τι διασκεδάζουμε!

Categories: Αγάπη, Γέννηση

Baby mine

Baby mine, don’t you cry
Baby mine, dry your eyes
Rest your head close to my heart
Never to part, baby of mine

Little one when you play
Don’t you mind what they say
Let those eyes sparkle and shine
Never a tear, baby of mine

If they knew sweet little you
They’d end up loving you too
All those same people who scold you
What they’d give just for
The right to hold you

From your head to your toes
You’re not much, goodness knows
But you’re so precious to me
Cute as can be, baby of mine

Baby mine – Paige Morehead (from Disney Babies Lullaby)

Η επανάληψη είναι η μητέρα της μάθησης

Μαρτίου 22, 2009 Αλέξανδρος 1 Σχολιο

Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά, Μ-μπα – Μ-πά.

“Άντε Λουκά…”

Categories: Γέννηση