Αρχική > Σκέψεις > Στο επόμενο νανοδευτερόλεπτο…

Στο επόμενο νανοδευτερόλεπτο…

Με την μυρωδιά του καπνού να βουλώνει τα ρουθούνια μου, ξυπνώ εξαντλημένος… τόσο εξαντλημένος όσο περίπου ήμουν προτού κοιμηθώ… Βγάζω το κεφάλι που είχα κρυμμένο μέσα στα σκεπάσματα και είμαι σίγουρος πως μοιάζω με μελαχρινό μαλλιαρό έφηβο που δεν έχει μάθει ακόμα να διαχειρίζεται την αύξηση της τριχοφυΐας του. Σήμερα, πρέπει να ξυριστώ επειγόντως γιατί αν συνεχίσω να κυκλοφορώ έτσι, κινδυνεύω να συλληφθώ ως Ανατολίτης τρομοκράτης… Αναβοσβήνω τα βλέφαρά μου… Αισθάνομαι τα μάτια μου θαμπά και βαριά… Ανασηκώνομαι… Τα μαλλιά μου είναι αναστατωμένα… Έχω μια έκφραση ναρκωμένη, αποπροσανατολισμένου επαρχιώτη σε μεγαλούπολη… Χασμουριέμαι… Στηρίζομαι στους αγκώνες μου… Στην άκρη του καθρέφτη μπορώ πλέον να με δω… Η εικόνα του μαλλιαρού βαμπίρ που είχα στο μυαλό μου, είναι πραγματικότητα… κατά το ήμισυ…

Κάθομαι στην άκρη του κρεβατιού κι ανάβω το πρώτο τσιγάρο της ημέρας… Το αφήνω να κρέμεται στην δεξιά άκρη του στόματος μου… Η γεύση που έχω στο στόμα, είναι γεύση σπέρματος… Ένα εξασθενημένο σύννεφο καπνού επιπλέει πάνω από το κεφάλι μου… Σε διαφορετική περίπτωση θα έμοιαζα με άγγελο, τώρα όμως ο διάβολος μου ταιριάζει πιο πολύ… ή καλύτερα διάβολος που προσπαθεί ανεπιτυχώς να μεταμφιεστεί σε άγγελο… Το βλέμμα μου κατευθύνεται στο πάτωμα… Κοιτάζω στην οθόνη του κινητού τυχόν αναπάντητες κλήσεις από Ελλάδα… Τίποτα… Παρατηρώ το πάνω μέρος του κορμιού μου… ένα ξεφλούδισμα στον ώμο… Αγγίζω τα πλευρά μου… την σπονδυλική μου στήλη… Κάπου εκεί πίσω πιάνω κάτι που θυμίζει επικίνδυνα ξελεπιασμένα φτερά… Βρε, μπας και είμαι άγγελος τελικά; Η πιτζάμα που φορώ πέφτει χαλαρά κάτω από τη μέση μου, αλλά μένει προσκολλημένη εκεί διατηρώντας την σεμνότητά μου, τουλάχιστον ένα μέρος της, γιατί η υπόλοιπη κείτεται στο πάτωμα παρέα μ’ ένα ζευγάρι μαύρων σλιπ… το δικό του… και το δικό μου…

Ναι, είναι κι αυτός εδώ… δίπλα μου… Οι μπούκλες του κρέμονται γύρω από την γνάθο του… μπερδεμένες μ’ έναν χονδροειδή τρόπο… Το πρώτο φως της ημέρας φωτίζει το πυρόξανθο χνούδι της σάρκας του…

Χαμογελώ… έτσι χωρίς λόγο… δίνοντας μια άλλη νότα στο σιωπηλό ξύπνημά μου… Κάθομαι ξανά πίσω, αφήνοντας ανολοκλήρωτο το τσιγάρο στο τασάκι… Ξεσκεπάζομαι προσεκτικά όπως ένα παιδί απελπισμένο για ζαβολιά… Μ’ ένα άγριο, συγκινητικά άγριο χαμόγελο στο στόμα, δαγκώνω τα χείλια μου και σκύβω πάνω από το κορμί του, περιμένοντας ανυπόμονα τη στιγμή που μπορώ να επιτεθώ ξαφνικά… Αυτό το κόλπο το έχω μάθει παρατηρώντας προσεκτικά την Νεφέλη, και πιάνει πάντα… συνήθως το πρωί που το κορμί είναι ακόμα κουρασμένο και οι πιθανότητες αντίδρασης δεν είναι πολλές… Με το ένστικτο της εκδικητικής φύσης που διαμορφώνεται στον άνθρωπο, καταστρώνω ένα σχέδιο… ένα σχέδιο που ξετυλίγεται στο μυαλό μου σαν το καπνό του μισό-τελειωμένου τσιγάρου… Σκύβω προς τα μπρος και τοποθετώ τους αγκώνες μου στα πόδια του… Κοιτάζω επίμονα, αλλά αθώα… αναπνέοντας… και παρατηρώντας τον κυματισμό του χνουδιού του μπροστά στην ανάσα μου…

Μετά από μια στιγμή αυτοσυγκέντρωσης, αποφασίζω να επιτεθώ… Αναπηδώ προς τα πάνω και μέσα στο επόμενο νανοδευτερόλεπτο τον πιάνω από τη μέση και πετιέμαι πάνω του… Χάνοντας ουσιαστικά την ισορροπία μου, τον ανατρέπω και βρισκόμαστε αγκαλιασμένοι στο πάτωμα… προσγειωνόμαστε μ’ έναν προσεκτικό γδούπο… ασθμαίνοντας…

Πως να δικαιολογηθώ;

Με κοιτάζει με μια κενή έκπληξη στα μάτια… παγωμένος… Κρατώ τα χείλια μου σε μια σφιχτή λεπτή γραμμή, δαγκώνοντας ένα γέλιο… Κρατώ την αναπνοή μου και ρουθουνίζω χαμόγελα… μικρά γελάκια…

«Έκανε σεισμό…», του ψιθυρίζω…

«… που έπληξε μόνο εμάς, απ’ ότι βλέπω…», μου λέει…

Χαμογελώ…

«Γαμιέσαι…», μου λέει…

Categories: Σκέψεις
  1. Ολυμπία
    Ιουλίου 3, 2009 σε 13:16 | #1

    Θα ‘θελα να σε διάβαζα και σε βιβλίο…

  2. Ιουλίου 3, 2009 σε 21:39 | #2

    … πρόσεξε μήπως και το διαβάσει κανένας εκδότης!

  3. Ολυμπία
    Ιουλίου 4, 2009 σε 05:37 | #3

    ΘΑ ‘ΘΕΛΕΣ ΝΑ ΤΟ ΠΡΟΩΘΗΣΩ??

  4. Ιουλίου 4, 2009 σε 11:37 | #4

    Με τίποτα! Σ’ ευχαριστώ.

  1. No trackbacks yet.