Αισθάνομαι κάθε μυ του κορμιού μου… κάθε ίνα… να τεντώνεται, να παλεύει για να βρεθεί κάτω από τα χέρια του μωρού μου… Με ναυτία από τον ήλιο, αισθάνομαι να φυτεύεται μέσα μου κάτι σκληρό… και σταθερό… Συνειδητοποιώ ότι είναι ο πούτσος του… Βλέπω τα πόδια μου να εξέχουν από το κρεβάτι… Το κορμί του είναι αυτό που μ’ εμποδίζει να βρεθώ στο πάτωμα… Με τραβάει κοντά του κι εγώ χαλαρώνω με τη σιγουριά πως βρίσκομαι σε πολύ καλά χέρια… Ακούω την ανάσα του στο αυτί μου…
«Άνοιξε τα μάτια σου…», τον ακούω να μου λέει…
«Δεν μπορώ… είμαι ναρκωμένος…», του λέω…
Με κλείνει σφικτά στην αγκαλιά του… Αισθάνομαι έναν αιχμηρό πόνο να διαπερνά την καρδιά μου… Γλείφω τα χείλια μου, παίρνω μια βαθιά εισπνοή και ανοίγω τα μάτια μου αργά… Βλέπω το κεφάλι του ακουμπισμένο στο στήθος μου… Βλέπω και αισθάνομαι τα δάχτυλά του να θάβονται στις τρίχες του στήθους μου… Λικνίζω τις μπούκλες στο κεφάλι του με τα χέρια μου… Σηκώνει το κεφάλι του και μπορώ πια να συναντήσω τα μάτια του… Παίρνω μια ακόμα βαθιά εισπνοή… Τυχαία ρουφώ και την δική του ανάσα…
Με κοιτάζει επίμονα… με τα σκοτεινά, καφετιά μάτια του… Αναστενάζω… Καλύπτει το στόμα μου με το χέρι του…
«Ζαλίζομαι… αλλά σ’ αγαπώ…», του λέω…
«Κάθισες πολύ στον ήλιο και σε πείραξε…», μου λέει…
«Ο Λουκάς; Είναι καλά ο Λουκάς;», τον ρωτώ…
«Καλά… τον άφησα με την Μπρουκ», μου απαντά…
«ΟΧΙ…», φωνάζω…
«Αστειεύομαι…», μου λέει…
«Βλάκα…», του λέω…
«Κι εγώ σ’ αγαπώ…», μου λέει… χαμογελώντας…
Συλλαμβάνω την λέξη «Αγαπώ» με τα χείλια μου… Μόνο αυτή τη λέξη χρειάζομαι για να συνέλθω…
«Κάτι μου έκλεψες τώρα που με φίλησες…», μου λέει…
«Μη με αναστατώνεις…», του λέω…
Μου χαμογελάει πάνω στα χείλια και τραβιέται προς τα πίσω χωρίς να τον ακολουθεί ο πούτσος του… Τον κρατάω μέσα μου… Δεν μπορώ να τον αφήσω… Τα φιλιά του με μεθούν. Ο εγκέφαλός μου θολώνει… Δεν σκέφτομαι πλέον τίποτα…
«Δεν θα σε πάρουμε την επόμενη φορά μαζί μας στην παραλία…», μου λέει…
Κινεί τον πούτσο του… εκατοστό-εκατοστό… μέσα μου… τον χώνει πιο βαθειά σαν να είναι ένα μυστικό… Αν και ζαλισμένος είμαι σε θέση να πω ότι κάνει πολύ καλή δουλειά… ήρεμα… διακριτικά… Παρατηρώ δυο σταγόνες ιδρώτα να κυλούν στα μάγουλά του και να στάζουν πάνω μου…
Αισθάνομαι να ασφυκτιώ κάτω από το βάρος του κορμιού του… Με διασκελισμούς τα δάχτυλά του αγγίζουν κάθε σημείο του κορμιού μου… σέρνονται από τα πόδια στο μέτωπό μου… φράζουν την μύτη μου… φράζουν το στόμα μου… Γλείφει τα μάγουλά μου, τα ξεπλένει με τα σάλια του… Τα χείλια μου, χωρισμένα με μια ρωγμή, τρέμουν ανεξέλεγκτα… Στα ρουθούνια μου υπάρχει ακόμα η μυρωδιά του αντηλιακού… μια μυρωδιά που ανακατεύεται με τη δική του μυρωδιά… μια αδάμαστη αρρενωπή μυρωδιά…
Αναστενάζω…
Ανατριχιάζω…
Γονατίζει ανάμεσα στα πόδια μου… Δεν ξέρω πως τα καταφέρνει και δεν γλιστράει ο πούτσος του έξω από την κωλοτρυπίδα μου… Πρέπει να αισθάνεται πολύ ασφαλής μέσα μου… τόσο ασφαλής όσο αισθάνομαι εγώ μέσα στην αγκαλιά του… Είναι τόσο καλός, με φροντίζει… και επιπλέον μ’ αγαπά… Ίσως να μ’ αγαπούσε περισσότερο αν δεν ήμουν τόσο υπερπροστατευτικός… Ίσως να μ’ αγαπάει πάρα πολύ, αλλά δεν μου είναι αρκετό…
Του χαμογελάω…
«Βλέπω πως συνέρχεσαι σιγά-σιγά…», μου λέει…
«Κουνιέσαι πολύ και ζαλίζομαι… Πιο αργά παρακαλώ…», του λέω…
«Εάν πρέπει…», μου λέει και χαμογελά…
Έχει μια λάμψη στα μάτια του… περίεργη…
«Εσύ είσαι εντάξει;», τον ρωτώ…
Κουνάει θετικά το κεφάλι του…
Πιέζει σταθερά τα δάχτυλά του στο κορμί μου… Με τον αντίχειρά του χτενίζει το δεξί μου φρύδι… Με κοιτάζει στα μάτια… Πιέζει τα δάχτυλά του στα χείλια μου…
«Φίλησέ με για να συνέλθω πιο γρήγορα…», του ζητώ…
Στηρίζει τα δάχτυλά του στα μάγουλά μου και με φιλάει… Ακουμπώ τα χέρια μου στο στήθος του… Η καρδιά του χτυπάει δυνατά στη παλάμη… Ο τρόπος που χτυπάει με διεγείρει… Κι αυτός ο ίδιος με διεγείρει… Σκύβει προς το μέρος μου… Σηκώνομαι κι εγώ προς το δικό του μέρος… Τα χείλια μας συναντιούνται και κλειδώνονται μ’ ένα φιλί… Μ’ ένα τρυφερό φιλί που σιγά-σιγά ενισχύεται και γίνεται έντονο… πολύ παθιασμένο…
«Δεν ξέρεις πόσο καιρό περίμενα να σ’ έχω έτσι άβουλο στην αγκαλιά μου…», μου λέει…
«Ναι;», τον ρωτώ…
«Δεν λες ότι θέλεις να σου λέω πάντα την αλήθεια;», με ρωτάει…
«Ναι… θέλω… κι εσένα θέλω…», του απαντώ…
Μου ρίχνει ένα αναιδές χαμόγελο και με τυλίγει στα χέρια του… Τα χείλια του συλλαμβάνουν τα δικά μου… Αισθάνομαι τα χέρια του στην πλάτη μου… ψηλά… χαμηλά… Με κρατάει σφικτά στην αγκαλιά του… Το δέρμα μου συσσωρεύεται στα δάχτυλά του…
Αναστενάζω…
Αισθάνομαι την σκληρότητα του πούτσου του να σκάβει την κωλοτρυπίδα μου… Χρειάζομαι το σπέρμα του και το χρειάζομαι σύντομα… Τα χείλια του ταξιδεύουν κάτω από το σαγόνι μου, αργά… κάτω από τον λαιμό μου… αργά, στο στήθος μου… Αναστενάζω τη στιγμή που παίρνει μια-μια τις ρόγες μου στο στόμα του… Είμαι έτοιμος να ψυχορραγήσω σε κάθε κίνησή του από δω και πέρα… Όλα όσα μου κάνει είναι αφόρητα…
«Μιχάλη… θαρρώ ότι εκμεταλλεύεσαι την κατάστασή μου…», του λέω…
«Σου υπενθυμίζω ότι εσύ το κάνεις αυτό σ’ εμένα καθημερινά…», μου λέει…
Με τραβάει κατακόρυφα και τα σαρκώδη χείλια του παίρνουν τον έλεγχο του κορμιού μου για μια ακόμη φορά… Πιάνομαι από πάνω του σε μια απελπισμένη ανάγκη να του σχίζω την σάρκα… Τον γρατσουνίζω… ελαφρά… Βρυχώμαι χαμηλά στον λαιμό του και χαμογελώ…
Λαχανιάζει…
Ο πούτσος του περπατά μέσα μου… αργά… βασανιστικά… Δεν μπορώ να περιμένω άλλο. Ανυπομονώ για τη στιγμή της εκσπερμάτωσης…
«Δεν μπορώ να περιμένω…», του λέω…
«Δεν μπορείς να περιμένεις, τι;», με ρωτάει…
«Τα χύσια σου…», του απαντώ…
«Αυτό είναι καλό σημάδι…», μου λέει…
Τα μάτια του βγάζουν φωτιές… Τινάζω την γλώσσα μου μέσα κι έξω από το στόμα μου και τον ακούω ν’ αναστενάζει…
«Καλό σημάδι, ε;», τον ρωτώ… αναστενάζοντας κι εγώ δυνατά…
Βογκάει ενοχλημένος που βρίσκω ξανά τις αισθήσεις μου… Τον κοιτάζω επίμονα στα μάτια… Είναι φανερή η ενόχλησή του…
«Δεν μπορώ να σ’ εκμεταλλευτώ περισσότερο…», μου λέει… με τεντωμένη φωνή…
Χαμογελώ…
Οι ωθήσεις του γίνονται σκληρότερες μέχρι που να φτάσει στο αποκορύφωμα… Δεν τον ενοχλώ… Δεν τον εμποδίζω… Αισθάνομαι το ρίγος του λίγο προτού χύσει μέσα μου… Η κωλοτρυπίδα μου καταπίνει λαίμαργα τα καυτά χύσια του…