Μια φορά κι έναν καιρό, πριν πολλά-πολλά χρόνια… σε μια χώρα κρυμμένη πίσω από ψηλά βουνά, ζούσαν δυο βασιλιάδες… Ήταν πολύ ευτυχισμένοι, γιατί το πρώτο τους παιδάκι, ένα αγοράκι, ο απόγονός τους, μόλις είχε γεννηθεί…
«Πρέπει να το γιορτάσουμε…», είπε ο ένας βασιλιάς στον άλλο, ευτυχισμένος που ήταν πατέρας ενός γιού…
«Πρέπει να καλέσουμε όλες τις νεράιδες της χώρας να τον ευλογήσουν…», είπε ο άλλος…
«Πόσες να είναι άραγε;», ρώτησε ο βασιλιάς…
«Δώδεκα ή δεκατρείς…», απάντησε ο άλλος βασιλιάς… «… στείλε προσκλήσεις… θα το μάθουμε σύντομα…»
Οι νεράιδες που απάντησαν θετικά στην πρόσκληση ήταν δώδεκα… Υπήρξε όμως και μια ακόμη, η δέκατη τρίτη, η οποία όχι μόνο ήταν κακιά, αλλά είχε στοιχηματίσει κιόλας στο παρελθόν ότι οι δυο βασιλιάδες δεν θα μπορούσαν ποτέ να αποκτήσουν παιδί…
Την ημέρα της γιορτής είχε πολύ ήλιο και όλα ήταν φωτεινά… Ο μικρός πρίγκιπας άνοιξε για πρώτη φορά τα ματάκια του μετά τη γέννηση, και οι νεράιδες άρχισαν να δίνουν τα δώρα τους…
«Να είναι όμορφος…», είπε η πρώτη
«Να είναι σοφός…», είπε η δεύτερη…
«Να είναι καλός…», είπε η τρίτη…
«Να είναι σωστός…», είπε η τέταρτη…
Τα δώρα και οι ευχές συνεχίστηκαν κατά αυτόν τον τρόπο και όλα τα καλά συγκεντρώθηκαν γύρω από το κεφαλάκι του μικρού πρίγκιπα… Τη στιγμή που οι έντεκα από τις δώδεκα νεράιδες είχαν δώσει τα δώρα τους, το δωμάτιο ξαφνικά σκοτείνιασε… Ούτε οι ακτίνες του ήλιου στάθηκαν ικανές να διασώσουν το φως… Μέσα από μια αστραπή, ακριβώς μπροστά στους δυο βασιλιάδες εμφανίστηκε μια σκιά…
Ήταν η δέκατη τρίτη νεράιδα…
«Γιατί δεν με καλέσατε εμένα στη γιορτή;», κραύγασε…
Οι φύλακες προσπάθησαν να την βγάλουν έξω, όμως ήταν τόσο εξαγριωμένη που στάθηκε αδύνατο να την απομακρύνουν…
«Όλες οι νεράιδες της χώρας έδωσαν την ευλογία τους. Θα δώσω κι εγώ τη δική μου, όχι όμως και δώρο γιατί δεν είχα χρήματα…», είπε νευριασμένη η νεράιδα… «… λοιπόν, στα δέκατα έκτα γενέθλιά του ο πρίγκιπας θα τσιμπήσει το πόδι του σε μια ρόδα και θα πεθάνει…»…
Αυτά είπε και με μια ακόμη αστραπή εξαφανίστηκε…
Ο ένας βασιλιάς νευρίασε πολύ
«Γιατί δεν στείλαμε πρόσκληση και σ’ αυτή την νεράιδα;», ρώτησε…
«Γιατί σκεφτήκαμε ότι ήταν κακιά…», του απάντησαν οι υπεύθυνοι της γιορτής…
Τότε ξεπετάχτηκε ο ταχυδρόμος μέσα από το πλήθος και είπε με τη βροντερή φωνή του:
«Στάλθηκε και σ’ αυτή μια πρόσκληση, αλλά ποτέ δεν απάντησε…»
Ο βασιλιάς δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του… Ο γιός του… ο μονάκριβος γιός του, που τόσα πολλά είχε επενδύσει πάνω του, θα έφευγε από τη ζωή τόσο νωρίς… και τόσο άδικα…
Υπήρχε όμως μια ακόμα νεράιδα… η δωδέκατη… που δεν είχε δώσει το δώρο της… ούτε την ευχή της…
«Υπάρχει άλλη μια ευχή που δεν ακούστηκε…», είπε θριαμβευτικά… «… δυστυχώς δεν μπορώ να νικήσω την κατάρα, αλλά μπορώ να την αλλάξω… λίγο… Ο πρίγκιπας, ναι, θα τραυματιστεί, αλλά δεν θα πεθάνει… μόνο θα πέσει σε βαθύ ύπνο…»…
Την επόμενη μέρα, όλοι οι κάτοικοι της χώρας συζητούσαν τα γεγονότα. Οι δυο βασιλιάδες διέταξαν να καταστραφούν όλες οι ρόδες που υπήρχαν… Αμέσως τεράστιες φωτιές άναψαν απ’ άκρη σε άκρη… παντού… και οι ρόδες καταστράφηκαν…
Τα χρόνια περνούσαν και ο πρίγκιπας μεγάλωνε… Όλοι όσοι τον έβλεπαν εντυπωσιάζονταν από την ομορφιά και την ευγένειά του… Όλοι είχαν ξεχάσει την τρομερή κατάρα που κουβαλούσε πάνω του και ήταν επιθυμία της κακιάς νεράιδας να γίνει πραγματικότητα… Οι ρόδες είχαν εξαφανιστεί … το ίδιο και η νεράιδα…
Κι έτσι, έφτασε η μέρα που ο πρίγκιπας θα γιόρταζε τα δέκατα έκτα γενέθλιά του… Οι βασιλιάδες φρόντισαν να ετοιμάσουν μια μεγάλη δεξίωση… Δεν είναι δα τόσο ασήμαντο να γιορτάζει ένας πρίγκιπας τα γενέθλιά του… Ο κόσμος άρχισε να συγκεντρώνεται από νωρίς… Κλόουν, τραγουδιστές και παλιάτσοι περιπλανιόταν γύρω από το παλάτι… Ο καθένας ξεχωριστά ετοιμαζόταν για να δείξει το ταλέντο του… Όλοι οι υπόλοιποι έπρεπε να πληρώσουν ένα πολύ ακριβό εισιτήριο για να μπουν μέσα…
Ο πρίγκιπας για να χαλαρώσει αποφάσισε να κάνει μια βόλτα στον κήπο… Βαδίζοντας, έφτασε σ’ ένα σημείο που ποτέ δεν είχε πάει… Μια παλιά αποθήκη με κλειδαμπαρωμένη πόρτα βρισκόταν ξεχασμένη απ’ όλους στην άκρη ενός φράκτη… Ο πρίγκιπας, με την ανεμελιά της εφηβείας, αποφάσισε να μπει μέσα για να δει τι υπήρχε στην αποθήκη… Η περιέργειά του μάλιστα ήταν έντονη γιατί ποτέ οι βασιλιάδες και μπαμπάδες του δεν του είχαν πει κάτι γι’ αυτή την αποθήκη…
Πάνω στην κλειδαριά, υπήρχε ξεχασμένο το κλειδί… Από την σκουριά ήταν σχεδόν αδύνατο για κάποιον να την ανοίξει… Αδύνατο… όχι όμως και για τον πρίγκιπα που δεν ήταν μόνο δυνατός, αλλά και επίμονος… Με τα πολλά, τα κατάφερε… Πίσω από την πόρτα υπήρχαν πολλά σκαλοπάτια που οδηγούσαν σ’ ένα υπόγειο… Άρχισε να τα κατεβαίνει…
Στο μεταξύ, στο παλάτι, οι βασιλιάδες μόλις που κατάλαβαν την απουσία του πρίγκιπα… Για πρώτη φορά είχε ξεφύγει από τον έλεγχό τους…
«Είδε κανείς τον πρίγκιπα;», ρώτησε ο ένας βασιλιάς την νταντά…
«Όχι…», απάντησε εκείνη…
«Πω… πω… Σήμερα είναι τα γενέθλιά του… Αν συμβεί κάτι δεν θα μπορέσω να το αντέξω…», είπε ο άλλος βασιλιάς…
Πολλοί είχαν δει τον πρίγκιπα, αλλά κανείς δεν ήξερε που πήγε…
«Πρέπει να βρεθεί… με κάθε κόστος…», είπε ο βασιλιάς… «εάν η προφητεία βγει αληθινή… καταστραφήκαμε…»
Όλοι άρχισαν να αναζητούν τον πρίγκιπα…
Εν τω μεταξύ, ο πρίγκιπας, είχε φτάσει στο υπόγειο όπου υπήρχε μια άλλη πόρτα, ξεκλείδωτη… Άνοιξε την πόρτα και αντίκρισε μια ηλικιωμένη γυναίκα να κάνει ποδήλατο…
«Τι είναι αυτό;», ρώτησε ο πρίγκιπας απορημένος, μιας και ποτέ στη ζωή του δεν είχε δει ποδήλατο…
«Είναι ένα ποδήλατο…», απάντησε η γυναίκα… «… θέλεις να δοκιμάσεις;», τον ρώτησε…
«Μπορώ;», ρώτησε ο πρίγκιπας…
«Φυσικά…», απάντησε η γυναίκα και σηκώθηκε αμέσως παραχωρώντας τη θέση της στον πρίγκιπα…
Ο πρίγκιπας κάθισε στη σέλα, αλλά μόλις πήγε να ακουμπήσει το πόδι του στο πηδάλιο, έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο έδαφος, καταπλακωμένος από το βάρος του ποδήλατου… Έτσι όπως έπεσε, μια ακτίνα ξέφυγε από την ρόδα και διαπέρασε το πόδι του πρίγκιπα ρίχνοντάς τον σ’ έναν βαθύ ύπνο… Η ηλικιωμένη γυναίκα που στη πραγματικότητα ήταν η δέκατη τρίτη νεράιδα μεταμφιεσμένη, δεν μπορούσε να κρύψει τη χαρά της… Από εκείνη τη στιγμή, όλοι οι κάτοικοι της χώρας βυθίστηκαν επίσης στον ύπνο… Το ίδιο και οι βασιλιάδες που σωριάστηκαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου… Ακόμα κι αυτοί που ξεκίνησαν την αναζήτηση του πρίγκιπα κοιμήθηκαν και δεν κατάφεραν ποτέ να φτάσουν στην αποθήκη, στο βάθος του κήπου… Και να ήταν μόνο αυτοί… Οτιδήποτε είχε ζωή… πουλιά, ζώα… έντομα… ακόμα και οι πεταλούδες έπεσαν σε ύπνο βαθύ… Όλοι ακολούθησαν στον ύπνο τον πρίγκιπα…
Οι μέρες πέρασαν, το ίδιο και οι μήνες… Λίγο προτού κλείσει χρόνος, ένας άλλος πρίγκιπας από μια εξίσου μακρινή χώρα, αποφάσισε να πάει να βρει τον κοιμισμένο πρίγκιπα, του οποίου η φήμη είχε φτάσει στα όρια του μύθου… Κάποιοι μάλιστα υποστήριζαν ότι η ιστορία αυτή δεν ήταν καν πραγματική… Αναρωτιόταν μάλιστα πως γίνεται να αποκτήσουν δυο βασιλιάδες έναν απόγονο… Καβάλησε λοιπόν ένα άλογο και έφτασε λίγο πριν τα σύνορα της χώρας… Όποιον κι αν συνάντησε μπροστά του κοιμόταν…
Με ευκολία μπήκε μέσα στο παλάτι και δεν άργησε πολύ να φτάσει στην αποθήκη… μη ξέροντας γιατί το ένστικτό του τον οδήγησε εκεί… Κατέβηκε βιαστικά τις σκάλες και πολύ γρήγορα βρέθηκε μπροστά στον πρίγκιπα…
«Ώστε ήταν αλήθεια…», είπε από μέσα του…
Έριξε το βλέμμα του στον πρίγκιπα που αν και κοιμόταν ήταν ο ομορφότερος άντρας που είχε συναντήσει ποτέ…
«Πως μπορώ να τον ξυπνήσω;», αναρωτήθηκε…
Έσκυψε και τον φίλησε στα αξύριστα μάγουλά του… Τα βαριά βλέφαρα του πρίγκιπα άρχισαν να τρέμουν και πολύ γρήγορα άνοιξαν. Το πρώτο πράγμα που αντίκρισε ήταν το πρόσωπο του άλλου πρίγκιπα, ο οποίος ασφαλώς ήταν πολύ-πολύ ερωτευμένος…
Έπιασαν ο ένας το χέρι του άλλου, και μαζί έφτασαν στη μεγάλη αίθουσα του παλατιού, την στιγμή ακριβώς που οι βασιλιάδες ξυπνούσαν κι αυτοί…
Όλα συνεχίστηκαν από το σημείο που είχαν σταματήσει ένα χρόνο πριν…
Μόνο που η τούρτα των γενεθλίων αντικαταστάθηκε από μια τούρτα γάμου…
Οι βασιλιάδες έκλαιγαν από τη χαρά τους…
Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα…
Υ.Γ.: Η κακιά νεράιδα δεν ακούστηκε ποτέ ξανά…