Ποδοσφαιρικός αγώνας
Συντρίβω με το πόδι μου τη γόπα του τσιγάρου στο πλακάκι του μπαλκονιού και σπρώχνω το κορμί μου στη μισάνοιχτη πόρτα… Παρασύρω τη κουρτίνα, απαλά και σαν ψύχραιμος κλέφτης μπαίνω μέσα στο δωμάτιο… Το δωμάτιο είναι σκοτεινό… χωρίς κανένα φως εκτός από αυτά της πόλης που απεικονίζουν τις σκιές των κτιρίων στους τοίχους… Το μωρό μου είναι ξαπλωμένο στο κρεβάτι και προσπαθεί να συντονιστεί σε κάποιο από τα συνδρομητικά κανάλια μήπως και πετύχει το πρώτο αγώνα της ελληνικής εθνικής ομάδας στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου… Αργά η σκιά μου συναντιέται με τη δική του… Στηρίζομαι στον ώμο του και κάθομαι στο κρεβάτι… Ακουμπά το ένα του χέρι πάνω στα γόνατά μου… Είναι όμορφος… Θεϊκός… Ένας άντρας φαινόμενο… Δεν μπορώ να περιγράψω την τελειότητα της ομορφιάς του για μια φορά ακόμα… αλλά μπορώ να την αισθανθώ… όπως επίσης, μπορώ να αισθανθώ την αναπνοή του… Κρατά τα μάτια του κλειστά όπως πάντα όταν βλέπει μια επικίνδυνη φάση στο ποδόσφαιρο… Για μένα όμως το μόνο χρώμα που υπάρχει μέσα στο δωμάτιο είναι αυτό των χειλιών του… κόκκινο… Τα χείλια του… Μεταμορφώνονται αργά… από λεπτό σε λεπτό ακόμα και όταν οι βρισιές γλιστρούν από το στόμα του… Είναι ένας Θεός… Μπορώ να δω τη κίνηση των χειλιών του και το δέρμα του προσώπου του να τεντώνεται… Με κάνει να θέλω να τον φιλήσω, αλλά δεν θέλω… Βάζω τα μάτια μου στο πρόσωπό του και τον κοιτάζω επίμονα για άλλα δυο με τρία λεπτά… Κι έπειτα κυλώ αργά το δάχτυλό μου πάνω στο μάγουλό του… Ανοίγει τα μάτια του και μου παρουσιάζει το γοητευτικό χρώμα τους… Μπορώ να αισθανθώ τη ζεστασιά και την ομορφιά που βγαίνουν από μέσα τους… Με κοιτάζει στα μάτια… Τυφλώνομαι… Κάτι μου ψιθυρίζει που μόλις μπορώ να το ακούσω…
«Θα μ’ αφήσεις να δω τον αγώνα;»
Δεν θέλω να του καταστρέψω τη βραδιά που έτσι κι αλλιώς δεν προμηνύεται καλή… Τον αφήνω και παραμένω σιωπηλός… κρατώντας το βλέμμα μου πάνω του… Κοιτάζω τα μάτια του και βλέπω το αφύσικο διάστημα μεταξύ τους… Τα βλέφαρά του τα σκεπάζουν σαν να είναι κουρτίνες… τα κρύβουν… Τα μάτια του αναβοσβήνουν δυο φορές… Συνεχίζω να τον κοιτάζω και του ψιθυρίζω:
«Πόσο μ’ αγαπάς;»
Παραμένει επικεντρωμένος στο παιχνίδι…
«Ο αγώνας διαρκεί ενενήντα λεπτά και είναι μόνο για μια μέρα…», μου απαντά…
Εισπνέω τη μυρωδιά του διαποτισμένη από τη μυρωδιά της νύχτας… Είμαι αρκετά υπομονετικός… Χαμογελώ… Σέρνω τα δάχτυλά μου στα μπούτια του κοιτάζοντάς τον ταυτόχρονα στα μάτια… Τα μάτια του είναι κλειστά… Σιωπή… Ενενήντα λεπτά είναι αυτά, θα περάσουν… δεν θα περάσουν;


Υποβολή απάντησης