Ζηλόφθονος
Έκλεισε τα μάτια του…
«Εντάξει λοιπόν… ποιες επιλογές έχω;», με ρωτάει…
Χαμογελώ…
«Μπορείς να κάνεις ό, τι θέλεις εσύ… δεν υπάρχουν κανόνες… όλα είναι χύμα…», του λέω…
Χαμογελάει…
«Μπορώ να γίνω κακός… για μια φορά μόνο;», με ρωτάει…
«Μπορείς;», τον ρωτάω…
«Αν μου δώσεις μια ευκαιρία…», μου λέει
Χαμογελώ…
«Πως θα αρχίσεις;», τον ρωτάω
«Θα προσποιηθώ πως κοιμάμαι…»… μου λέει και συνεχίζει να χαμογελάει… «… κοιμάμαι κι εσύ με ξυπνάς… δεν μ’ αφήνεις ήσυχο ούτε λεπτό…», μου λέει…
«Όταν κοιμάσαι συνήθως δεν ακούς τίποτα…», του λέω…
«Αυτή τη φορά θα σε ακούσω… Θα σε ακούσω και θα ξυπνήσω με τόσα νεύρα… έτοιμος να σε τιμωρήσω… να σε επιτεθώ…», μου λέει…
Μου σφίγγει τα χέρια και με κοιτάζει στα μάτια…
Αναστενάζω…
Κλείνει τα μάτια και κάνει πως κοιμάται…
Είμαι έτοιμος να τον πειράξω, να τον ξυπνήσω… αλλά το τηλέφωνο του χτυπάει ξαφνικά και σηκώνεται για να απαντήσει…
Μιλάει και με κοιτάζει στα μάτια… «Ναι;», «Ποιος είσαι;», «Πως πήρες αυτόν τον αριθμό;», «Άντε και γαμήσου», «Φυσικά και δεν σε ξέρω…», «Ποιος είσαι;», «Ανώνυμος; Τι θα πει ανώνυμος;», «Πες μου ποιος είσαι… Πες μου είπα», «Δεν θα μου πεις;», «Καλά…», «Αν καλέσεις ξανά αυτό τον αριθμό θα σε γαμήσω, μαλάκα»
Κλείνει με νεύρα το τηλέφωνο… Το χτυπάει πάνω στο κρεβάτι…
Τον κοιτώ και τον θαυμάζω… Μου αρέσει όταν συμπεριφέρεται, όταν μιλάει μ’ αυτό τον τρόπο… Δείχνει τόσο άντρας…
«Ποιος ήταν στο τηλέφωνο;», τον ρωτάω…
«Κάποιος μαλάκας που δεν έλεγε το όνομά του…», μου απαντάει…
«Α…», του λέω…
«Δεν πιστεύω να ήταν κανένας φίλος σου;», με ρωτάει…
«Φυσικά όχι… Πως σου πέρασε από το μυαλό;», τον ρωτάω…
«Σου το λέω σαν πιθανότητα…», μου απαντά…
Δεν θυμάμαι να έχω δώσει σε κανέναν τον αριθμό του τηλεφώνου… ούτε να το έχω γράψει πουθενά…
«Μιχάλη…», του λέω με φωνή όλο ανησυχία… «… πρέπει να το ελέγξουμε αυτό για να μην επαναληφθεί…»
«Ναι…», μου λέει… Παίρνει τη συσκευή του τηλεφώνου και την οδηγεί πίσω στη θέση της… πάνω στο κομοδίνο…
Αφήνω έναν αναστεναγμό ανακούφισης και αναρριχώμαι πάνω του… βρίσκομαι μέσα στην αγκαλιά του… Είναι μια στιγμή τόσο γλυκιά, άλλα μέσα στο μυαλό μου αισθάνομαι ένα μικρό πόνο που τον προκαλεί η ζήλεια μου…
Αφήνουμε την πραγματοποίηση της φαντασίωσης για μια άλλη μέρα… Δεν έχω όρεξη μετά το τηλεφώνημα… Σκεπαζόμαστε, μετατοπίζουμε τα κορμιά μας έτσι ώστε να είμαστε αγκαλιασμένοι… κλείνουμε τα μάτια μας…
Μετά από λίγα λεπτά, μη μπορώντας να κοιμηθώ, ανοίγω τα μάτια μου και τον κοιτώ… Ανοίγει επίσης τα μάτια του… αργά…
«Τι;», με ρωτάει…
Κοιτάζουμε ο ένας τον άλλο…
«Σκεπτόμουν το τηλεφώνημα…», του λέω…
«Λάθος έκαναν…», μου λέει…
«Πως είσαι σίγουρος; Παίρνεις μια κλήση από άγνωστο και δεν ανησυχείς;»
Μου χαμογελάει και με κοιτάζει…
«Ανησύχησες;», με ρωτάει…
«Ποιος ήταν Μιχάλη; Ποιος σε κάλεσε;», τον ρωτάω…
Ακουμπάει το δάχτυλό του στο μυαλό μου…
«Σκέφτεσαι πολλά σενάρια φαντασίας…», μου λέει…
Ακουμπώ το κεφάλι μου στο στήθος του…
«Φαντασία, ε;», τον ρωτάω…
Κλείνει τα μάτια του… Χαμογελάει ξανά, ακουμπάει το χέρι του στο κεφάλι μου κι έπειτα στο πηγούνι μου… γέρνει το κεφάλι του και με κοιτάζει στα μάτια…
«Ναι… φαντασία… έχεις μεγάλη φαντασία και ταλαιπωρείς το κεφαλάκι σου…», μου λέει και γελάει… Γελάει μ’ ένα τρελό γέλιο και έπειτα τα χείλια του συναντούν τα δικά μου…
Δεν φταίει η φαντασία μου, αλλά η ζήλεια μου… Τον ζηλεύω, το παραδέχομαι… Τον ζηλεύω απελπισμένα… και έχω δίκιο… Αυτό είναι το σφάλμα μου… Τον ζηλεύω…
Ζηλεύω κάθε άγγιγμά του…
… κάθε φιλί…
… κάθε λέξη του…
… κάθε ανάσα…
…οτιδήποτε είναι δικό του…
Περιμένω να κοιμηθεί για να κοιτάξω στο τηλέφωνο ποιος είναι ο αριθμός που έκανε την κλήση… Το φως είναι αμυδρό, αλλά θα τα καταφέρω… η ανάγκη μου να μάθω ποιος του τηλεφώνησε θα κάνει το αμυδρό φως, φωτεινότερο… Έχω μια ελπίδα…
Μερικά λεπτά αργότερα… προσεκτικά σηκώνομαι… περπατώ τα δάχτυλά μου πάνω στο κομοδίνο και πιάνω τη συσκευή του τηλεφώνου…
Ακούω τη φωνή του πίσω από τον ώμο μου…
«Τι είναι αυτό που σου προκαλεί τόσο ενδιαφέρον;», με ρωτάει…
«Τίποτα… Ήθελα να πάρω τηλέφωνο στη μητέρα μου…», του λέω…
«Τέτοια ώρα;», με ρωτάει…
«Είναι νωρίς στην Ιταλία… ξεχνάς την διαφορά ώρας που έχουμε;», του λέω…
«Καλή δικαιολογία…», μου λέει… κουνάει το κεφάλι του και σηκώνεται… σχεδόν πηδάει από το κρεβάτι και προσγειώνεται δίπλα μου… Τυλίγει το χέρι του γύρω από τον λαιμό μου…
«Επιθύμησες την μητέρα σου, ε;», με ρωτάει…
Τον κοιτώ στα μάτια… κατευθείαν στα μάτια… έτοιμος να τον αντιμετωπίσω…
«Ναι, γιατί; Εσένα τι σε πειράζει;», τον ρωτάω…
Αναστενάζει…
«Καλά… Τίποτα…», μου λέει και φεύγει μη μπορώντας να κρύψει την ταραχή του. Ξαπλώνει στο κρεβάτι και μου στέλνει ένα πονηρό χαμόγελο…
«Ζήλεψες;», με ρωτάει…
«Τι να ζηλέψω; Μην είσαι ανόητος…», του λέω…
«Εσύ είσαι ανόητος… Κάνεις σαν χαζοκόριτσο… Ποιον περισσότερο να θέλω από εσένα; Κανέναν…», μου λέει…
Αναστενάζω και τον κοιτώ…
«Σε διαβάζω σαν ανοιχτό βιβλίο, Μιχάλη…», του λέω…
«Να φοράς τα γυαλιά σου πιο τακτικά…», μου λέει…
Κούνησε το κορμί του, τύλιξε τα χέρια του γύρω από τη μέση μου και έσπρωξε τη μουσούδα του στο στήθος μου…
«Διατηρείς ακόμα τις αμφιβολίες σου;», με ρωτάει…
Του κάνω μούτρα…
Μου χαμογελάει…
«Σ’ αγαπώ τόσο πολύ για να σε πληγώσω…», μου λέει…
«Αλήθεια λες;», τον ρωτάω…
Τον κοιτώ στα μάτια…
«Είμαι δικός σου…», μου λέει… «… απορώ, τι είναι αυτό που σε κάνει να φοβάσαι… Είσαι έτοιμος να χτίσεις μια φυλακή και να με κλείσεις μέσα…»
«Φυλακή; Εγώ; Εγώ δεν μπορώ να φτιάξω τίποτα… Αν μπορούσα όμως θα την έφτιαχνα!», του λέω…
«Το ξέρω…», μου λέει…


Υποβολή απάντησης