Ανέλπιστη εξομολόγηση
Αισθάνεσαι κάτι που στάζει στο στήθος σου, το κορμί σου τραντάζεται και τρίβεται πάνω στο δικό μου. Ξυπνάς… δεν πέρασαν ούτε είκοσι λεπτά από την ώρα που κλείσαμε τα μάτια μας, ξεκινάει μια διαδικασία κατά την οποία πιανόμαστε από τα χέρια, μια διαδικασία κατά την οποία η ανάσα σου ζεσταίνει το κορμί μου… μια διαδικασία κατά την οποία οι κτύποι των καρδιών μας συναντιούνται. Ανασηκώνεσαι… ανοίγεις το φως και με κοιτάς… Κλαίω… Τα δάκρυά μου… καυτά… κυλάνε πάνω σου… Με πιάνεις από τους ώμους… θέλεις να με κοιτάξεις καλύτερα, να δεις στο φως το πρόσωπό μου… σκεπάζω το πρόσωπό μου με το μαξιλάρι… θάβω το πρόσωπό μου στο μαξιλάρι.
Με φωνάζεις… «Αλέξανδρε… τι έχεις;… γιατί κλαις;»… Δεν σου απαντώ… με δυσκολία κρατώ τα αναφιλητά μου. Με παίρνεις στην αγκαλιά σου… με σφίγγεις πάνω μου σαν να πρόκειται να εξαφανιστώ μέσα στα επόμενα δευτερόλεπτα. Με στοργή χαϊδεύεις τη πλάτη μου, με αγάπη χτενίζεις με τα δάχτυλά σου τα μαλλιά μου και… σαν να ακούω τη φωνή της μητέρας μου… «Σςςςς, όλα θα πάνε καλά…», μου λες, προσπαθείς να με κάνεις να σταματήσω.
Μου λες ξανά και ξανά… «Σ’ αγαπώ» και πως όλα μπορούμε να τα συζητάμε και να βρίσκουμε λύσεις μαζί… τα δάκρυά μου συνεχίζουν να κυλάνε…
«Όταν κλαις κάνεις τη καρδιά μου χίλια κομμάτια… Αλέξανδρε… Σ’ αγαπώ τόσο πολύ… τόσο πολύ… δεν θέλω να σε βλέπω να κλαις… δεν θέλω να κλάψεις ποτέ ξανά. Κοίταξέ με… Πονοκέφαλος θα με πιάσει… Δεν μπορώ να σε βλέπω έτσι… Διάβολε! Τι ακριβώς συμβαίνει; Πες μου…», με ρωτάς…
«… Ίσως να μη μπορώ να σε βοηθήσω, θα κάνω κάθε προσπάθεια… Μα… πως θα μπορέσω να σε βοηθήσω αν δεν ξέρω το πρόβλημά σου; Σε παρακαλώ, μίλησέ μου… Πες μου… Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σε κρατήσω στην αγκαλιά μου… μέχρι το πρωί…», μου λες.
«… Δεν μπορώ να καταλάβω τι σε αναστάτωσε… Μήπως έκανα κάτι κακό; Μήπως έκανα κάτι που σε πείραξε;… Προσπαθώ να θυμηθώ… να θυμηθώ κάτι… δεν μπορώ να θυμηθώ κάτι κακό… ούτε μιλήσαμε έντονα… ούτε καυγαδίσαμε…. Το βράδυ της Παρασκευής κάναμε έρωτα… Το πρωί του Σαββάτου κάναμε έρωτα και μείναμε ξαπλωμένοι μέχρι το απόγευμα πειράζοντας ο ένας τον άλλο… μιλώντας για την αγάπη μας. Και την Κυριακή… Θυμάσαι πόσο διασκεδάσαμε την Κυριακή; Θυμάσαι που μιλήσαμε με το ζευγάρι των ηλικιωμένων στο πάρκο και μου υποσχέθηκες πως έτσι θέλεις να είμαστε κι εμείς αγαπημένοι μέχρι τα βαθιά γεράματά μας… Θυμάσαι που μετά γυρίσαμε στο σπίτι μας και… Αλέξανδρε… δεν πρόλαβα να κλείσω την πόρτα και μ’ έσπρωξες με δύναμη στον τοίχο… και μου έκανες έρωτα… Όλες αυτές οι μνήμες είναι τόσο ζωηρές… τόσο έντονες… τόσο θαυμάσιες… που είναι το πρόβλημα;», μου λες
«Σε παρακαλώ μωρό μου…», σου λέω… «…σταμάτησε, σε παρακαλώ… Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα μ’ εσένα…»… Συνεχίζω να κλαίω… με κοιτάς… τα μάτια μου κόκκινα, πρησμένα από το κλάμα, υγρά από τα δάκρυα. Κρατάς το πρόσωπό μου με το χέρι σου και τον αντίχειρά σου, σκουπίζεις τα μάτια μου, με φιλάς, γεύεσαι τ’ αλμυρά μου δάκρυα. Δαγκώνω σαν μικρό παιδί τα χείλια μου, τινάζω πέρα-δώθε το κεφάλι μου… «Δεν ξέρω… Δεν ξέρω γιατί κλαίω…», λέω. Μου επαναλαμβάνεις πως μπορούμε μαζί να ξεπεράσουμε κάθε πρόβλημα, κάθε δυσκολία. Με ρωτάς αν έχεις κάνει κάτι λάθος… αν έχεις κάνει που με στενοχώρησε και το έκρυψα βαθιά μέσα μου.
Μου λες ξανά πόσο πολύ μ’ αγαπάς και μου υπόσχεσαι πως θα είμαι για πάντα ο εραστής σου… Ένα εξασθενημένο χαμόγελο εμφανίζεται στα χείλια μου, τα μάτια μου φωτίζονται…
«Τι είπα και χαμογελάς; Πες μου για να μπορώ να το λέω κάθε φορά που θα σε δω να κλαίς…», μου λες…
Και τώρα… Τώρα τι να σου πω; Πως κλαίω για τον Χρήστο; Πως πεθαίνω από την αγωνία μου για να μάθω την επόμενη Δευτέρα αν ο ψυχοπαθής σκότωσε τον αγαπημένο μου Χρήστο; Μα έχει τόση δύναμη ο Παπακαλιάτης που σ’ έκανε μέσα σε πέντε λεπτά μόνο να μου πεις όσο περίμενα να μου πεις τα δυο χρόνια που είμαστε μαζί; Δεν λέω τίποτα… συνεχίζω να κλαίω… αυτή τη φορά κλαίω από φόβο μήπως καταλάβεις πως ότι βλέπω στην τηλεόραση και τον κινηματογράφο το θεωρώ αληθινό. Τι θα πεις τότε;

