Δεν μ’ αγαπά…
Προσπαθώ να πιάσω κουβέντα, όχι για να σπάσω τη σιωπή, αλλά γιατί θέλω ν’ ακούσω τη φωνή του, μου την δίνει στα νεύρα να καθόμαστε αντίκρυ και να μη μιλάμε, σκέφτομαι να του πω να φύγει, αλλά τον θέλω, τον θέλω πολύ, σηκώνομαι δήθεν για να πιώ νερό. Θέλω να μείνει μόνος του, να δω αν θα με ακολουθήσει, ξέρω πως είμαι υπερβολικός, πιστεύω πως αν άνοιγα την πόρτα και έφευγα δεν θα αντιδρούσε, δεν θα με κυνηγούσε για να μου δώσει μια αγκαλιά, θα καθόταν αδιάφορα στην πολυθρόνα, έτσι όπως κάθεται και τώρα. Ίσως να κάνω και λάθος, μακάρι…
«Θέλεις να χωρίσουμε;» Δεν αντέχω, δεν μπορώ να κρατηθώ, δεν μ’ αρέσει να υποκρίνομαι. Θέλω να τον αιφνιδιάσω, θα μπορούσα να πω οτιδήποτε άσχετο, για να ξεκινήσουμε να μιλάμε, αλλά αυτή την ερώτηση ήθελα να του την κάνω εδώ και ώρες. «Έι, έλα, σοβαρέψου», απαντά. Καθόμαστε στο σκοτάδι, μπορώ να δω καθαρά τα μάγουλά του που κοκκινίζουν, το καταλαβαίνει, αποφεύγει να με κοιτάξει στα μάτια. Το μωρό μου δεν αξιολογεί τις ικανότητές μου, δεν ξέρει πως τον έχω απέναντί μου και τον ακτινογραφώ, τον έχω απέναντί μου, προσέχω την κάθε του κίνηση, τα χέρια του που τα κουνάει νευρικά. Τον αιφνιδίασα… «Συγγνώμη. Δεν μπορώ να καταλάβω πως μου πέρασε από το μυαλό αυτή η σκέψη», λέω. Ξανά σιωπή. Ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος αν μας παρακολουθούσε θα έκανε χαρακίρι από την τόση σιωπή. Αυτή τη φορά με κοιτά, με κοιτά επίμονα, τον κοιτώ κι εγώ και μου λέει: «Έτσι είσαι πάντα, οι ανασφάλειες δεν σ’ αφήνουν να σκεφτείς φυσιολογικά…» Α, με περνάει για ηλίθιο, προσπαθεί να βγει κι από πάνω. Πάλι εγώ έχω το πρόβλημα. Δεν απαντώ, δεν μιλά κι αυτός, άργησε να μιλήσει αλλά αυτό που ήθελε να πει το είπε. Το κοκκίνισμα διατηρείται στα μάγουλά του… Χαμογελάει… «Αυτή τη μαλακία ήθελες να μου πεις και με κάλεσες;» Αυτή η ερώτηση με πιάνει αδιάβαστο, θέλω να τον ρωτήσω «Δηλαδή πρέπει να υπάρχει κάποιος λόγος για να έρθεις;» Δεν τον ρωτώ, το χαμόγελό του με μαγνητίζει, ξαναγίνεται το μωρό μου, αισθάνομαι σαν την Θεοπούλα από το «Πάρα πέντε» που τα βάζει με την νύφη της χωρίς να υπάρχει λόγος. Δεν τον ρωτώ, γιατί κάτι μου λέει μέσα μου πως οτιδήποτε κι αν πω θα τον χάσω. «Ήθελα να σε δω, είμαι ο γκόμενός σου και έχω το δικαίωμα να σε βλέπω όποτε θέλω, δεν είναι έτσι;», του λέω. Ίσως να φαίνομαι ηλίθιος δεν είναι αυτό που με απασχολεί αυτή τη στιγμή, θα κάνω τα πάντα για να τον κρατήσω κοντά μου, αρκεί να θέλει… Θέλω να πιστεύω πως το ίδιο θα έκανε κι αυτός για μένα.
«Ε, φυσικά… ε, ναι… αλλά να… ο χρόνος μου είναι περιορισμένος και δεν μπορώ να καθίσω πολύ. Πρέπει να φύγω…» Κάθεται στον καναπέ, ρίχνει βιαστικά το βλέμμα του πάνω μου, μετά κοιτά προς την πόρτα, θέλω να τον πλησιάσω, διστάζω, θέλω να τον βλάψω, τον αγαπώ.
«Λυπάμαι, μωράκι μου.»
Οι λέξεις μου μόλις που ακούγονται, βγαίνουν από το στόμα μου ως ψίθυρος, θέλω να γυρίσει το βλέμμα του πάλι σ’ εμένα, να με δει δακρυσμένο, θα μπορέσει να με δει; Δεν θα μπορέσει… και τα δικά του τα μάτια είναι γεμάτα δάκρυα, γι’ αυτό γύρισε το κεφάλι του, το μωρό μου, το γύρισε να μη δω τα δάκρυά του. Σηκώνομαι, τον πλησιάζω, τον αγκαλιάζω. Πριν λίγο ήθελα να τον αγκαλιάσω από τον λαιμό, να τον στραγγαλίσω, τώρα τον έχω στην αγκαλιά μου, με αγκαλιάζει κι αυτός, αισθάνομαι τα δάκρυα του στην μπλούζα μου, πάνω στον ώμο μου, είναι ταραγμένος. «Γιατί; Γιατί μου ζήτησες εσύ συγγνώμη; Δεν χρειάζεται να με λυπάσαι; Δεν χρειάζεται… Ποτέ…», μου λέει και η σιωπή επανέρχεται, αυτή τη φορά κανένας από τους δύο μας δεν θέλει να την σπάσει, δεν θέλει να μιλήσει. Τι να του πω; Τι να μου πει;
«Σου ζήτησα συγγνώμη γιατί είμαι μαλάκας, κάνω μαλακίες, σε στενοχωρώ και σε διώχνω. Δεν σε διώχνω;» τον ρωτώ, θέλω να φιλήσω τα δακρυσμένα του μάγουλα, κάτι με σταματάει, δεν ξέρω τι, τον αγαπώ, αλλά τον βλέπω σαν φίλο και όχι σαν τον εραστή μου, τον μεγάλο μου έρωτα. Δεν μου απαντά, δεν θέλει να μου απαντήσει, δεν ξέρει τι να μου απαντήσει… Εγώ έκανα μια φορά την προσπάθεια, βγήκα προς στιγμήν κερδισμένος μιας και τον έκανα να κλάψει. Βγήκα κερδισμένος γιατί τον κρατώ στην αγκαλιά μου. Γιατί όμως δεν μου απαντά; Να μου πει κάτι, να μου πει έστω ότι είμαι ο καλύτερός του φίλος αν όχι ότι με αγαπά.
«Εγώ…», σηκώνεται από την αγκαλιά μου τόσο όσο να μπορούμε να κοιταζόμαστε στα μάτια, τραβάει τα χέρια του από πάνω μου, σταματά, δεν λέει τίποτα, περιμένω να συνεχίζει την πρότασή του, το μέτωπό του είναι ιδρωμένο.
«Εγώ πρέπει να σου ζητήσω συγγνώμη γιατί… πώς να στο πω… Αλέξανδρε… δεν σ’ αγαπώ, δεν μπορώ να σ’ αγαπήσω, δεν πρέπει να σ’ αγαπήσω… Δεν ξέρω».
Μίλησε…σηκώνεται, ένα μικρό, λυπημένο χαμόγελο στο πρόσωπό του, λυτρώθηκε, ξέρει πως με πλήγωσε, με κοιτά στα μάτια, δεν ξέρω τι να πω, δακρύζω, μίλησε, είναι ευτυχισμένος που μου το είπε.
«Σε πλήγωσα;», με ρωτά, οι κόρες των ματιών του γίνονται μεγαλύτερες, είναι σοκαρισμένος, το στόμα του χαλαρώνει από έκπληξη, πίστευε πως το είχα καταλάβει ότι δεν μ’ αγαπά και πως θα ήμουν έτοιμος να το δεχτώ.
«Τι έκανα για να μην αξίζω την αγάπη σου;», τον ρωτώ, είμαι συγκλονισμένος που παραδέχτηκε αυτό που πίστευα. Που το παραδέχτηκε με τόση ευκολία. Σηκώνομαι, θέλω να τον πλησιάσω, τα μάτια μου είναι δακρυσμένα, δεν μπορώ να τον δω καλά, πάντα δεν βλέπω καλά αυτά που πρέπει να δω, την στιγμή που πρέπει να δω. Μια φορά άνοιξα καλά τα μάτια μου και είδα αυτό που δεν έπρεπε να δω… και άρχισαν οι αμφιβολίες, και οι σκέψεις, και οι φόβοι… οι φόβοι που βγήκαν αληθινοί.
«Δεν φταις εσύ…», προσπαθεί να με παρηγορήσει. Πλησιάζει, μου ψιθυρίζει κάτι στο αυτί, δεν θέλω ν’ ακούω τίποτα, δεν θέλω να βλέπω τίποτα, τον βλέπω όμως που με κοιτά, που κοιτά τα δακρυσμένα μου μάτια, τα μάτια μου που τον παρακαλάνε να μου εξηγήσει γιατί δεν μ’ αγαπά, να μου εξηγήσει και να χώσει πιο βαθιά το μαχαίρι της ειλικρίνειας στην πληγή μου. Δεν μου λέει τίποτα, κουνάει το κεφάλι του διαβεβαιώνοντάς με πως εγώ δεν φταίω σε τίποτα.
«Δεν φταις εσύ. Είναι δικό μου το πρόβλημα.. Κι εγώ στενοχωριέμαι… Στενοχωριέμαι επειδή σε πλήγωσα, αλλά δεν γινόταν διαφορετικά. Έπρεπε να σου το πω. Θα στενοχωρηθούμε και οι δυο, αλλά όλα μετά θα είναι ΟΚ, ε;» Θέλω να φύγω, τι λέω ο ηλίθιος; Να φύγω από πού; Από το σπίτι μου; Θέλω να φύγω από κοντά του, του γυρνώ την πλάτη, αισθάνομαι τα χέρια του πάνω στους ώμους μου. Προσπαθώ να τον αποφύγω, με ενοχλούν τα πάντα επάνω του, λέω ψέματα, τίποτα δεν με ενοχλεί πάνω του, είμαι ερωτευμένος μαζί του, τον αγαπώ, δεν θέλω να μ’ αγκαλιάσει γιατί θα αισθανθώ τους χτύπους της καρδιάς του, με αγκαλιάζει. Θέλει να με κάνει να αισθανθώ καλύτερα ή να αισθανθεί αυτός καλύτερα;
Με τραβά πάνω του, με αγκαλιάζει σφικτά, κλαίω, δακρύζει, τα μάτια μας είναι κόκκινα, τα κορμιά μας τρέμουνε. «Θέλεις να μου πεις τίποτα;», με ρωτά. Δεν ξέρω τι να πω. Δεν έχω το κουράγιο να πω τίποτα, είμαι στην αγκαλιά του, μου είναι αρκετό, του λέω πως δεν έχω να πω τίποτα, δηλαδή δεν του το λέω, απλά κουνάω το κεφάλι μου σαν το μικρό παιδί που το έπιασε η μητέρα του να τρώει κρυφά την μαρμελάδα. Τι να του πω;
«Λυπάμαι, Αλέξανδρε, λυπάμαι, δεν μπορείς να καταλάβεις πόσο λυπάμαι». Βάζει τα χέρια του στα μάτια μου, θέλει να σκουπίσει τα δάκρυά μου, με κοιτά έχοντας τα χέρια του στα μάγουλά μου, τον κοιτά, προσπαθεί να μου χαμογελάσει για να του χαμογελάσω κι εγώ. «Κι εγώ που σ’ αγαπώ, τι θα κάνω;», τον ρωτώ με παράπονο, με πιάνουν ξανά τα κλάματα, με αγκαλιάζει, με φιλά, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δεν γίνεται να μ’ αγαπάει, θέλω να πιστεύω πως μια μέρα θα μ’ αγαπήσει και τον αφήνω να με φιλά και να μ’ αγκαλιάζει έχοντας αυτή την ελπίδα.


